Βιβλιοκριτική του έργου Για μια αρμονική συμβίωση με τη φύση του Ιάκωβου Γκανούλη

Το σύγγραμμα “Για μια αρμονική συμβίωση με τη φύση” του καθηγητή Ιάκωβου Γκανούλη αποτελεί τη σύνοψη, μέσα από μια διεπιστημονική παρουσίαση, ενός έργου που κινείται στα όρια μεταξύ επιστημονικού δοκιμίου, πολιτικής ανάλυσης και μυθιστορηματικής αφήγησης, με έντονα περιβαλλοντικά και ιστορικά στοιχεία. Ο συγγραφέας, πανεπιστημιακός και ειδικός στη διαχείριση υδατικών πόρων, αξιοποιεί την πολυετή εμπειρία του τόσο ως επιστήμονας όσο και ως εμπειρογνώμονας διεθνών οργανισμών, χρησιμοποιώντας το ύδωρ ως συνδετικό κρίκο για την επιβίωση των έμβιων όντων και των οικοσυστημάτων του πλανήτη μας.

Το βιβλίο δεν περιορίζεται σε μια τεχνική ή ακαδημαϊκή ανάλυση της υδρολογίας λόγω της ειδικότητος του συγγραφέα, αλλά διευρύνει το πεδίο της συζήτησης και προς τη φιλοσοφία, την πολιτική, την οικονομία, τη διοίκηση και την ηθική. Μέσα από την πορεία ενός κεντρικού αφηγηματικού προσώπου, του «Καθηγητή», ο αναγνώστης οδηγείται από το διεθνές περιβάλλον της UNESCO στο Παρίσι έως την ελληνική πραγματικότητα των μνημονίων και της κρίσης χρέους, ενώ παράλληλα έρχεται αντιμέτωπος με τα μεγάλα περιβαλλοντικά και κοινωνικά διλήμματα της εποχής μας.

Το βιβλίο οργανώνεται σε τρία βασικά μέρη, τα οποία συνδέονται οργανικά μεταξύ τους. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει όχι μόνο ιστορικά στοιχεία αλλά και παραδείγματα, όπως η οικολογική καταστροφή της λίμνης Αράλης, τα προβλήματα των διασυνοριακών υδάτων στα Βαλκάνια, καθώς και ζητήματα υδροδιπλωματίας και διεθνούς συνεργασίας. Παράλληλα, αναπτύσσεται μια ευρύτερη κοσμολογική και επιστημονική προσέγγιση για τη θέση του ανθρώπου μέσα στη φύση, μέσα από αναφορές στην αρχαιοελληνική σκέψη, τη σύγχρονη επιστήμη και την εξέλιξη της ανθρώπινης αντίληψης για τον κόσμο.

Το δεύτερο μέρος μεταφέρει το ενδιαφέρον στην ελληνική πραγματικότητα και ειδικότερα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Μέσα από την εμπειρία του συγγραφέα ως Ειδικού Γραμματέα Υδάτων, παρουσιάζονται παραδείγματα όπως η εκτροπή του Αχελώου, η λίμνη Κορώνεια, ο Ασωπός και οι πλημμύρες στη Μάνδρα και τη Θεσσαλία. Τόσο τα μακροχρόνια προβλήματα όσο και τα ακραία φαινόμενα καταδεικνύουν τις διαχρονικές παθογένειες της κεντρικής διοίκησης.

Το τρίτο μέρος αποκτά πιο σαφή θεωρητικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας επιχειρεί να συνθέσει ένα νέο μοντέλο περιβαλλοντικής διακυβέρνησης, βασισμένο σε μια «διαλεκτική» σχέση ανθρώπου και φύσης. Η πρόταση αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κυριαρχήσει πλήρως στη φύση, αλλά οφείλει να προσαρμόζει τις δραστηριότητές του στην ανθεκτικότητα της ίδιας της φύσης. Η έννοια της «αρμονικής συμβίωσης» παρουσιάζεται ως αναγκαία προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία.

Η διεπιστημονικότητα του έργου αναδεικνύει τη στενή σύνδεση κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και ηθικών προβλημάτων. Αυτή η προσέγγιση προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη επικαιρότητα και διαχρονικότητα, καθώς στην εποχή μας η κλιματική αλλαγή και οι φυσικές καταστροφές καθιστούν ολοένα και πιο επιτακτική την ανάγκη βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών μας πόρων. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία του νερού ως κοινωνικού αγαθού και όχι αποκλειστικά ως εμπορεύσιμου προϊόντος. Η συζήτηση γύρω από την τιμολόγηση του νερού κατά τα χρόνια της κρίσης χρέους, καθώς και οι πιέσεις διεθνών οικονομικών οργανισμών, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδέουν την περιβαλλοντική πολιτική με ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η πρόσβαση στο νερό αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και ότι η πλήρης εμπορευματοποίησή του μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές ανισότητες.

Ένα ακόμη στοιχείο που χαρακτηρίζει το έργο είναι η φιλοσοφική του διάσταση. Οι συνεχείς αναφορές στον Ηράκλειτο, στον Αριστοτέλη και στην έννοια της διαλεκτικής προσδίδουν στο βιβλίο έναν έντονα στοχαστικό χαρακτήρα. Η θέση ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια αντιφατική σχέση ταυτόχρονης σύγκρουσης και συνεργασίας με τη φύση συνιστά έναν ενδιαφέροντα θεωρητικό άξονα, που επιχειρεί να γεφυρώσει την επιστημονική ανάλυση με την ανθρωπιστική σκέψη.

Η αφηγηματική μορφή του βιβλίου αποτελεί ίσως το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό του. Αντί να επιλέξει την παραδοσιακή μορφή επιστημονικής πραγματείας, ο συγγραφέας υιοθετεί ένα «μυθιστορηματικό δοκίμιο», στο οποίο οι προσωπικές εμπειρίες, τα βιογραφικά στοιχεία και οι αφηγηματικές παρεκβάσεις λειτουργούν ως μέσο παρουσίασης σύνθετων επιστημονικών και πολιτικών ζητημάτων. Ωστόσο, η ίδια αυτή αφηγηματική επιλογή μπορεί να θεωρηθεί και αδυναμία σε ορισμένα σημεία. Η συνεχής εναλλαγή μεταξύ προσωπικής εμπειρίας, θεωρητικής ανάλυσης και επιστημονικής τεκμηρίωσης δημιουργεί περιστασιακά αίσθηση θεματικής διάχυσης. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο μεγάλος όγκος πληροφοριών, ιστορικών αναφορών και θεωρητικών παρεκβάσεων επιβαρύνει τη συνοχή της αφήγησης και μπορεί να δυσκολέψει τον αναγνώστη που αναζητά μια περισσότερο συμπαγή επιχειρηματολογία. Σε αυτό συμβάλλει ιδιαίτερα και η μη πλήρης αναφορά σε έγκριτες σύγχρονες πηγές από εκτενείς δημοσιεύσεις σχετικές με οικονομικές, κοινωνικές και τεχνικές μελέτες που έχουν γίνει την τελευταία δεκαετία. Παράλληλα, η έντονη παρουσία της προσωπικής οπτικής του συγγραφέα, παρότι ενισχύει την αυθεντικότητα του λόγου, περιορίζει ενίοτε την ουδετερότητα της ανάλυσης.

Στο παρόν σύγγραμμα αναδεικνύεται η ορθολογική διαχείριση του νερού ως ένα κρίσιμο ζήτημα εθνικής και διεθνούς πολιτικής, υπενθυμίζοντας ότι οι περιβαλλοντικές κρίσεις δεν αποτελούν μελλοντική απειλή αλλά παρόν πρόβλημα προς προσαρμογή και αντιμετώπιση. Τέλος, το βιβλίο μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο σκέψης ιδίως σε περιόδους οικονομικών κρίσεων.

Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα έργο που μπορεί να αξιοποιηθεί τόσο στον ακαδημαϊκό χώρο, ιδιαίτερα σε πεδία όπως οι περιβαλλοντικές επιστήμες, η πολιτική οικολογία, η διακυβέρνηση και η διαχείριση φυσικών πόρων, όσο και στη δημόσια συζήτηση γύρω από τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στο μέλλον των ανθρώπινων κοινωνιών και των παγκόσμιων οικοσυστημάτων. Η βασική θέση του συγγραφέα, ότι η βιωσιμότητα προϋποθέτει μια νέα σχέση αλληλεξάρτησης και σεβασμού προς τη φύση, συνιστά ίσως το πιο επίκαιρο και ουσιαστικό μήνυμα του βιβλίου.

Χρήστος Ζερεφός

Ακαδημαϊκός