Στη Βουλή έφερε η Ελληνική Λύση και ο πρόεδρός της, Κυριάκος Βελόπουλος, τις καταγγελίες κτηνοτρόφων της Θεσσαλίας σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά αμνοεριφίων, κάνοντας λόγο για υπερκέρδη μεσαζόντων και σοβαρές στρεβλώσεις στην αλυσίδα διάθεσης των προϊόντων.
Σύμφωνα με την ερώτηση που κατατέθηκε στη Βουλή, οι κτηνοτρόφοι υποστηρίζουν ότι οι τιμές παραγωγού για αρνί και κατσίκι παραμένουν στα ίδια περίπου επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια, την ίδια στιγμή που οι καταναλωτές καλούνται να πληρώσουν σημαντικά υψηλότερες τιμές. Όπως αναφέρουν, το γεγονός αυτό αποκαλύπτει σοβαρές δυσλειτουργίες στην αγορά, με το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των τιμών να μην καταλήγει στους παραγωγούς.
Στην ερώτηση επισημαίνονται συγκεκριμένες πρακτικές που, σύμφωνα με τους κτηνοτρόφους, επιβαρύνουν την πρωτογενή παραγωγή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αγορά ζώων μικρού βάρους σε χαμηλές τιμές, η υποβάθμιση προϊόντων σε χαμηλότερες κατηγορίες ποιότητας, η διάθεση προϊόντων χαμηλότερης αξίας σε υψηλές τιμές, καθώς και οι εισαγωγές αμνοεριφίων από το εξωτερικό σε χαμηλότερο κόστος, που ασκούν πιέσεις στην εγχώρια παραγωγή.
Οι κτηνοτρόφοι ζητούν από την Πολιτεία άμεση κρατική παρέμβαση, επίσημη ενημέρωση και σαφές χρονοδιάγραμμα λήψης μέτρων για την προστασία του εισοδήματός τους και τη στήριξη της κτηνοτροφικής δραστηριότητας.
Η απάντηση του Υπουργείου
Στην απάντησή του, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αναφέρει ότι οι τιμές παραγωγού για τα αμνοερίφια κατά τα έτη 2025 και 2026 διατηρήθηκαν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, κυμαινόμενες μεταξύ 8 και 10 ευρώ ανά κιλό, με διαφοροποιήσεις που συνδέονται με την εποχικότητα, τη ζήτηση, το βάρος των ζώων και τις συνθήκες της αγοράς.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η διαμόρφωση των τιμών στα διάφορα στάδια της εμπορικής αλυσίδας πραγματοποιείται στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς και των κανόνων ανταγωνισμού. Το Υπουργείο τονίζει ότι ζητήματα που αφορούν πιθανή αισχροκέρδεια, υπερβολική κερδοφορία ή στρεβλώσεις στην εμπορία και διάθεση των προϊόντων δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του, αλλά εξετάζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης και την Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι οι πρακτικές που περιγράφονται στην κοινοβουλευτική ερώτηση δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί σχετική καταγγελία στην αρμόδια Επιτροπή Καταπολέμησης Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Τέλος, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης γνωστοποιεί ότι η ερώτηση διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο είναι αρμόδιο να απαντήσει για τα θέματα που σχετίζονται με την αγορά και τον ανταγωνισμό.
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τις ανησυχίες του κτηνοτροφικού κόσμου για τη λειτουργία της αγοράς αμνοεριφίων και τις πιέσεις που δέχεται το εισόδημα των παραγωγών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένου κόστους παραγωγής και έντονου ανταγωνισμού.






























