Η πρόσφατη μελέτη των ερευνητών του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Μασαχουσέτης (MIT) δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The New England Journal of Medicine
Στην έρευνα συμμετείχαν 300 άτομα με ή χωρίς ιατρικές γνώσεις, τα οποία αξιολόγησαν τρεις τύπους απαντήσεων σε κλινικές ερωτήσεις: μία από έναν επαγγελματία υγείας, μία από μια ψηφιακή πλατφόρμα και μία από ένα chatbot τεχνητής νοημοσύνης.
Οι συμμετέχοντες έδειξαν μια σαφή προτίμηση στις απαντήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, αξιολογώντας τις ως τις πιο πλήρεις και αξιόπιστες, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι μία στις τέσσερις διαγνώσεις που παράγονται από αυτά τα εργαλεία είναι λανθασμένη.
Η μελέτη δίνει έμφαση στο γεγονός ότι οι χρήστες δυσκολεύονται να προσδιορίσουν πότε μια διάγνωση έχει γίνει από ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης και πότε από έναν ειδικό γιατρό. Αυτό συμβαίνει επειδή η πειστικότητα με την οποία απαντά κάποιες φορές η τεχνητή νοημοσύνη καθιστά τη διάκριση πρακτικά απίθανη. Αυτή η δυσκολία διάκρισης μεταξύ των δύο πηγών αυξάνει τον κίνδυνο τα λάθη να περάσουν απαρατήρητα και να γίνουν αποδεκτά ως έγκυρα από τους ασθενείς.
Η ευκολία πρόσβασης, η αμεσότητα των απαντήσεων και η εντύπωση πληρότητας που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη οδηγούν πολλούς χρήστες να την εμπιστεύονται, ακόμη και όταν πρόκειται για τόσο ευαίσθητα θέματα όπως είναι αυτό της υγείας.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αυτή η εμπιστοσύνη μπορεί να είναι επικίνδυνη, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη δεν διαθέτει την κλινική κατάρτιση και την επαγγελματική κρίση που απαιτούνται για τη λήψη ορθών ιατρικών αποφάσεων. Η ίδια η μελέτη παραθέτει τα λόγια ενός ειδικού: «Η τεχνητή νοημοσύνη ασκεί την ιατρική χωρίς να έχει την κατάλληλη εκπαίδευση».