Από τη μια νύχτα στην άλλη, όλο και περισσότερα καταστήματα στα Τρίκαλα κατεβάζουν ρολά.
Χώροι που μέχρι χθες έσφυζαν από ζωή, με φώτα, κίνηση και πελάτες, σήμερα στέκουν άδειοι, με σβησμένες βιτρίνες και κλειστές πόρτες.
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο ένα μεμονωμένο σημείο ή μια «κακή συγκυρία». Είναι μια πραγματικότητα που συζητιέται όλο και πιο συχνά στην τοπική κοινωνία και στην αγορά των Τρικάλων. Επιχειρήσεις που για χρόνια αποτελούσαν κομμάτι της καθημερινότητας της πόλης, φαίνεται να δυσκολεύονται να αντέξουν το βάρος των εξόδων, της μειωμένης αγοραστικής δύναμης και των αλλαγών στις καταναλωτικές συνήθειες.
Το υψηλό λειτουργικό κόστος, τα ενοίκια, η ενέργεια, οι ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις, αλλά και η μετατόπιση μεγάλου μέρους της κατανάλωσης στο διαδίκτυο, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Σε πανελλαδικό επίπεδο, το λιανεμπόριο έχει πιεστεί έντονα τα τελευταία χρόνια από διαδοχικές κρίσεις – οικονομική, πανδημική, ενεργειακή και πληθωριστική – ενώ στη Θεσσαλία το επιχειρείν κουβαλά ακόμη και το αποτύπωμα των ζημιών και της αβεβαιότητας που άφησαν πίσω τους οι πλημμύρες.
Στα Τρίκαλα, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο αισθητό όταν αφορά κεντρικά σημεία. Γιατί κάθε κλειστό κατάστημα δεν αφήνει μόνο ένα άδειο ακίνητο. Αφήνει ένα «κενό» στον εμπορικό ιστό, μια αίσθηση εγκατάλειψης και ένα μήνυμα πως κάτι αλλάζει – και όχι πάντα προς το καλύτερο.
Και βέβαια, πίσω από κάθε λουκέτο δεν υπάρχει μόνο ένας επιχειρηματίας. Υπάρχουν εργαζόμενοι, οικογένειες, προμηθευτές, άνθρωποι που είχαν συνδέσει το καθημερινό τους βήμα με μια δουλειά, μια προσπάθεια, ένα όνειρο. Για αυτό και η εικόνα μιας κλειστής βιτρίνας δεν είναι ποτέ ουδέτερη.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσα ακόμη μαγαζιά θα αντέξουν, αλλά και τι μορφή θα έχει το εμπορικό κέντρο των Τρικάλων τα επόμενα χρόνια. Θα μείνει ζωντανό, ανθρώπινο και δραστήριο ή θα βλέπουμε όλο και περισσότερους χώρους να αδειάζουν και να περιμένουν “το επόμενο ξεκίνημα” που ίσως να μην έρθει ποτέ;
Γιατί μια πόλη δεν ζει μόνο από τις αναπλάσεις, τις βιτρίνες και τις ωραίες εικόνες της. Ζει από τα ανοιχτά φώτα της αγοράς της.
Όλο και περισσότερα καφέ ανοίγουν
Ρούχα, μικρό λιανεμπόριο, εξειδικευμένα καταστήματα, οικογενειακές επιχειρήσεις και μικρές εμπορικές προσπάθειες δείχνουν να δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να σταθούν. Αντίθετα, ο χώρος της καφεστίασης μοιάζει να παραμένει η «ασφαλής επιλογή» για πολλούς που επιχειρούν να δοκιμάσουν κάτι νέο.
Και όμως, αυτή η τάση δεν είναι απαραίτητα σημάδι ανάπτυξης. Γιατί όταν μια τοπική αγορά αρχίζει να μονοθεματοποιείται, όταν δηλαδή συγκεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από έναν τύπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, τότε χάνει σιγά σιγά τη ζωντάνια, την ποικιλία και την αντοχή της.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν τα καφέ έχουν θέση στην πόλη — φυσικά και έχουν. Το ερώτημα είναι αν μια πόλη μπορεί να στηρίξει βιώσιμα τόσα πολλά ίδια ή παρόμοια concepts, την ώρα που άλλοι επαγγελματικοί κλάδοι εξαφανίζονται από τον χάρτη.
Στην πραγματικότητα, το καφέ έχει γίνει για πολλούς η πιο «προσβάσιμη» μορφή επιχειρηματικής επένδυσης. Είναι πιο άμεσο στην κατανάλωση, βασίζεται στην καθημερινή συνήθεια, έχει συνεχόμενη ροή πελατών και δείχνει — τουλάχιστον στην αρχή — να προσφέρει πιο γρήγορη κινητικότητα από ένα κλασικό εμπορικό κατάστημα.
Όμως η εικόνα αυτή κρύβει και μια αντίφαση. Αν όλοι ανοίγουν καφέ, ποιος θα ψωνίζει από τα υπόλοιπα μαγαζιά; Και κυρίως, πόσα καφέ μπορεί πραγματικά να αντέξει μια τοπική αγορά;
Στα Τρίκαλα, η εμπορική ταυτότητα της πόλης δείχνει να αλλάζει αισθητά. Από μια αγορά με μεγαλύτερη ποικιλία επιλογών, οδηγούμαστε σταδιακά σε ένα κέντρο που περιστρέφεται όλο και περισσότερο γύρω από την κατανάλωση του «καφέ», του snack, της γρήγορης στάσης, της παρέας και της εστίασης.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό από μόνο του. Γίνεται όμως προβληματικό όταν πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται η αδυναμία επιβίωσης άλλων μορφών επιχειρηματικότητας.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική είδηση: ότι στα Τρίκαλα δεν ανοίγουν απλώς πολλά καφέ. Ανοίγουν καφέ γιατί όλο και λιγότερα άλλα είδη επιχειρήσεων φαίνεται να μπορούν να αντέξουν.
Κι αυτό, για μια πόλη που θέλει να λέγεται ζωντανή, εμπορική και σύγχρονη, είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά.