Τα κέρδη τους θα κλέβουν τη ζωή μας, μέχρι να δούμε τη δύναμή μας και να σταθούμε «λίγο ψηλότερα»

Τελικά μόνο τυχαίο δεν ήταν το έγκλημα στη «Βιολάντα», που στοίχισε τη ζωή πέντε εργατριών. Πέρα απ’ όσα αποκαλύπτονται για το ναρκοπέδιο που είχε στήσει η εργοδοσία στο εργοστάσιο όπου έγινε η έκρηξη, σοβαρά προβλήματα ασφάλειας υπάρχουν και στις άλλες δυο μονάδες, που σφραγίστηκαν κατόπιν εορτής.

Η φράση του ιδιοκτήτη «εγώ είμαι το αφεντικό και θα κάνεις ό,τι σου πω» δεν απευθύνεται μόνο στον εγκαταστάτη που προειδοποιούσε για τους κινδύνους από το προπάνιο, αλλά και σε όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης που κατήγγειλαν τη δολοφονική οσμή κι αυτός τους καθησύχαζε ότι «μυρίζει η αποχέτευση».

Όσοι λένε τώρα ότι «πρέπει να περιμένουμε τη δικαιοσύνη να αποφανθεί για τις ευθύνες», το μόνο που κάνουν είναι να ξεπλένουν τον εργοδότη, το κράτος, την κυβέρνηση και την Τοπική Διοίκηση, που στηρίζουν με κάθε τρόπο την κερδοφορία του, που δεν έκαναν κανέναν έλεγχο για θέματα ασφάλειας και με τους νόμους τους για την επιχειρηματικότητα και την ανταγωνιστικότητα έχουν μετατρέψει τους χώρους δουλειάς σε παγίδες θανάτου.

 Αυτή την επιχειρηματικότητα υπερασπίζονται και οι πολιτικοί εκπρόσωποι της ΝΔ , του ΠΑΣΟΚ και άλλων αστικών κομμάτων, πλάι στην εργοδοσία που βγαίνουν στα κανάλια αυτές τις μέρες να υπερασπιστούν επί τοις ουσίας την ασυδοσία του κεφαλαίου στους χώρους δουλειάς. Γιατί η κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων στηρίζεται «στων εργατών το αίμα». Και δε μπορεί να είναι αλλιώς στην κοινωνία της εκμετάλλευσης όπου κυριαρχεί ο σιδερένιος νόμος του κέρδους. Εργοδότης και εργαζόμενος δε στέκονται στην ίδια πλευρά, δεν είναι οικογένεια, δε μοιράζονται τα κέρδη. Ο εργαζόμενος σήμερα είναι αναγκασμένος να πουλάει την εργατική του δύναμη στο κεφάλαιο και εκείνο την αγοράζει για ψίχουλα. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα.

 Μην ξεχνιόμαστε! Δύο ακόμη νεκροί εργαζόμενοι ήρθαν να προστεθούν χτες το μεσημέρι στον βαρύ φόρο αίματος που πληρώνει η εργατική τάξη στους χώρους δουλειάς. Συγκεκριμένα, δύο εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους από ηλεκτροπληξία, ενώ έκαναν εργασίες ανακαίνισης στη Βάρη Αττικής. Ένας λιμενεργάτης άφησε επίσης χτες την τελευταία του πνοή, την ώρα που έκανε εργασίες επισκευής πάνω σε καράβι, στο λιμάνι του Πειραιά.

Μπροστά σε τέτοια στυγερά εγκλήματα κανείς εργαζόμενος δεν μπορεί να σιωπά! Πολύ περισσότερο όταν δίπλα κείτονται «άταφοι νεκροί» συνάδελφοι, που στη θέση τους θα μπορούσε να είναι ο ίδιος.

Αυτές τις μέρες που μετράμε τους νεκρούς της τάξης μας η ελπίδα ζωντανεύει στα πρόσωπα των διακοσίων της Καισαριανής. Σχεδόν ακούμε την ανάσα τους… Τους διακρίνουμε στημένους μπροστά στον τοίχο της Καισαριανής – εκείνον τον τοίχο που κάθε χρόνο γεμίζουμε γαρύφαλλα… Διαβάζουμε την κίνηση των σωμάτων τους… Σηκώνουν τα χέρια τους, σαν να χαιρετάνε, ένας υψώνει τη γροθιά του…

Η απάντηση στο ερώτημα «μα τι άνθρωποι ήταν αυτοί» βρίσκεται μπροστά μας. Η αταλάντευτη στάση τους, το αγέρωχο βάδισμά τους, το ολόστητο κορμί τους – μια ευθεία με τη μάντρα πίσω τους – που ταπεινώνει τους δήμιους και τον θάνατο, ήταν προϊόν συνειδητής στράτευσης στον αγώνα ενάντια στην αδικία, για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ήταν η άσβεστη πίστη στην τελική νίκη τους έκανε αλύγιστους… Όπως χιλιάδες άλλους.

Δεν ήταν υπεράνθρωποι. Ήταν κομμουνιστές. Γαλουχημένοι σε μεγάλες ταξικές μάχες του Μεσοπολέμου. Στην πλειονότητά τους Ακροναυπλιώτες, που τους παρέδωσε το αστικό κράτος – όντας από τη μεταξική δικτατορία φυλακισμένοι – στους κατακτητές.

 Τα πρόσωπά τους επισημαίνουν πως όσοι μιλάνε «εθνική ενότητα» και κοινωνία χωρίς ταξικές διαφορές, το κάνουν για να σώσουν την τιμή του «δημοκρατικού» καπιταλισμού, της δικτατορίας του κεφαλαίου που έχει χίλια πρόσωπα, αλλά πάντα το ίδιο άσβεστο μίσος για όσους παλεύουν να την ανατρέψουν.

Η αφοβία τους μπροστά στο θάνατο είναι πίστη ότι η υπόθεση για την οποία δίνουν τη ζωή τους θα πάει μέχρι τέλους, μέχρι την κατάργηση της εκμετάλλευσης, μέχρι το Σοσιαλισμό.

Αυτό ακριβώς είναι που μας γράφει ο Μήτσος Ρεμπούτσικας στο γράμμα του πριν πάει για εκτέλεση με τους 200 συντρόφους του: «Ο θάνατός μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη που διεξάγετε. Σφίξετε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα δοκιμασία. Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά δεν πεθαίνει ποτέ».

Καπέτη Γεωργία, Γραμματέας της Τομεακής Επιτροπής Τρικάλων του ΚΚΕ