Με σκυμμένο το κεφάλι, φορώντας αλεξίσφαιρο γιλέκο και υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, οδηγήθηκε σήμερα στις 11:30 το πρωί στον Εισαγγελέα Βόλου ο 40χρονος που δολοφόνησε τη 36χρονη σύζυγό του μέσα στο σπίτι τους στην οδό Κωνσταντά.
Ο κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από ισχυρή αστυνομική δύναμη, δεν έδωσε καμία απάντηση στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων για το εάν μετανιώνει για την αποτρόπαια πράξη του. Παρέμεινε σιωπηλός, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του ούτε στιγμή.
Η μεταγωγή του στον Εισαγγελέα πραγματοποιήθηκε υπό αυξημένα μέτρα ασφαλείας, με ισχυρή παρουσία αστυνομικών γύρω από το Δικαστικό Μέγαρο, καθώς η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και οργή στην τοπική κοινωνία.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, από τον Εισαγγελέα του ασκήθηκε κακουργηματική δίωξη για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε βάρος θύματος ενδοοικογενειακής βίας. Ο κατηγορούμενος έλαβε προθεσμία από την Ανακρίτρια για να απολογηθεί την Τρίτη 26 Αυγούστου στις 10:00 το πρωί.
Παράλληλα, η Εισαγγελία διέταξε τη διενέργεια κοινωνικής έρευνας για τα τέσσερα ανήλικα παιδιά του ζεύγους, προκειμένου να εξεταστεί σε ποιο περιβάλλον θα πρέπει να μεγαλώσουν. Μέχρι στιγμής, τα παιδιά φιλοξενούνται από συγγενείς της αδικοχαμένης μητέρας τους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο γεγονός ότι ο δράστης είχε νοσηλευθεί τον περασμένο Ιούνιο σε ψυχιατρική κλινική. Οι δικαστικές αρχές θα ερευνήσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες αφέθηκε ελεύθερος μετά τη νοσηλεία, καθώς και αν υπήρξαν παραλείψεις που ενδεχομένως συνέβαλαν στην τραγική κατάληξη.
Η υπόθεση έχει συγκλονίσει τον Βόλο και ολόκληρη τη χώρα, με την κοινωνία να αναμένει απαντήσεις τόσο για το έγκλημα όσο και για την τύχη των παιδιών που έμειναν πίσω.
Όσα είπε στην πρώτη κατάθεση: «Μου είπε ότι θα συνεχίσει να με απατά»
Αποτροπιασμό προκαλούν οι νέες λεπτομέρειες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για τη δολοφονία της 36χρονης μητέρας τεσσάρων παιδιών στον Βόλο από τον 40χρονο σύζυγό της. Ο κατηγορούμενος, οικοδόμος στο επάγγελμα, περιέγραψε στους αστυνομικούς τις κινήσεις του, λίγες ώρες μετά τη σύλληψή του.
Σύμφωνα με πληροφορίες, φέρεται να ισχυρίστηκε πως το μοιραίο πρωινό διαπληκτίστηκαν έντονα:
«Μου φώναξε πως με είχε απατήσει και θα συνέχιζε να το κάνει. Τότε θόλωσα και άρχισα να την κυνηγάω. Μετά το φονικό περιπλανιόμουν στους δρόμους. Όποτε έβλεπα περιπολικό, κρυβόμουν. Τη νύχτα την πέρασα σε ένα παλιό πάρκινγκ, χωρίς φαγητό, μόνο με λίγο νερό που βρήκα σε ένα μπουκάλι».
Παθολογική ζήλια
Αστυνομικές πηγές αναφέρουν ότι ο 40χρονος ζήλευε παθολογικά τη σύζυγό του. Τα παιδιά του ζευγαριού, που έγιναν αυτόπτες μάρτυρες της λογομαχίας, κατέθεσαν πως ο πατέρας τους συχνά κατηγορούσε τη μητέρα τους, χωρίς όμως να επιβεβαιώσουν ότι εκείνη του είπε ποτέ πως τον απατά. Όσον αφορά τη συμπεριφορά του, ανέφεραν ότι είχαν δει μόνο μία φορά στο παρελθόν να τη χαστουκίζει
Αστυνομικοί που τον αντίκρισαν μετά τη σύλληψη τον περιγράφουν ως άνθρωπο «σκληρό, χωρίς ίχνος μεταμέλειας», ενώ δεν διαπίστωσαν ενδείξεις ψυχολογικής διαταραχής.
Το φονικό όπλο και η απόκρυψη
Ο δράστης χρησιμοποίησε για το έγκλημα ένα εργαλείο ψησίματος με κοφτερή απόληξη, παρόμοια με μαχαίρι. Στο σώμα της άτυχης γυναίκας εντοπίστηκαν μακροσκοπικά ένα βαθύ τραύμα στον λαιμό και ένα ακόμη στα πλευρά. Η ακριβής εικόνα αναμένεται να προκύψει από την ιατροδικαστική εξέταση που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 25 Αυγούστου.
Αμέσως μετά τη δολοφονία, τα ρούχα του γέμισαν αίμα. Για να εξαφανίσει τα ίχνη του, πήγε σε κάδο ανακύκλωσης ρούχων, όπου πέταξε τα ματωμένα ενδύματα και φόρεσε άλλα που βρήκε εκεί, επιχειρώντας να παραπλανήσει τις αρχές.
Η υπόθεση έχει συγκλονίσει την τοπική κοινωνία, ενώ σήμερα ο κατηγορούμενος αναμένεται να οδηγηθεί στον Εισαγγελέα για την απαγγελία κατηγοριών.