Ο «σκουπιδιάρης της Παναγίας» στην Καλαμπάκα

Στα ορεινά της Καλαμπάκας Τρικάλων, σε υψόμετρο 680 μέτρων, δεσπόζει η Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Χρυσίνου. Πρόκειται για ένα ιστορικό μοναστήρι, το οποίο χτίστηκε το 14ο αιώνα, με σπουδαία αρχιτεκτονική.

Τα χρόνια πέρασαν και η δράση – αυτού του Μοναστηριού – σταμάτησε, όταν οι Γερμανοί το λεηλάτησαν και πήραν ομήρους τους καλόγερους και έτσι το μοναστήρι καταστράφηκε εντελώς.

Εδώ και 19 χρόνια την ανέγερση του Ιερού Ναού και τη φροντίδα του, έχει αναλάβει ο π. Ιωάννης, ο λεγόμενος και «Σκουπιδιάρης της Παναγίας», αφού κατά εκατοντάδες συρρέουν καθημερινά οι πιστοί, για να πάρουν την ευλογία του, πιστοί από τη Θεσσαλία, την Ελλάδα και όλο τον κόσμο, και παράλληλα να λάβουν τη χάρη της, στο μοναστήρι της Παναγίας.

Ο π. ΙΩΑΝΝΗΣ

Ο π. Ιωάννης Παλαντζάς γεννήθηκε το 1952 τυφλός. Κανείς δεν μπόρεσε να του δώσει το φως του. Όταν έγινε 14 ετών, οι γονείς του, ανήμερα της γιορτής της Παναγίας, τον πήγαν στην Παναγία τη Σπηλιώτισσα, στα Άγραφα, η οποία ήταν θαυματουργή. Εκεί, γονάτισε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και ζήτησε λέγοντας: «Παναγία μου, θέλω να δω το φως μου, σαν όλα τα παιδιά της γης και εγώ θα ΄ρθω να σε υπηρετήσω, ως ένας απλός σκουπιδιάρης». Ξάφνου μετά από αυτά τα λόγια, ακούστηκε μια αστραπή και αντίκρισε για πρώτη φορά το φως του. Ο π. Ιωάννης, γνωστός στον κόσμο και παπα – Γιάννης, εγκατέλειψε όλα τα εγκόσμια και αφιερώθηκε στην Παναγία, πηγαίνοντας στα Μετέωρα να γίνει μοναχός.

Τα πρώτα χρόνια που πήγε στα Μετέωρα συνάντησε αρκετές δυσκολίες με την υγεία του καθώς προσβλήθηκε από μελάνωμα στο αριστερό μάτι. Οι γιατροί δεν του έδιναν ζωή. Δεν το έβαλε κάτω και πήρε μια εικόνα της Παναγίας αγκαλιά λέγοντας: «Γλυκιά μου Παναγία και αφέντρα μου, θέλω να ζήσω και να είμαι ανάμεσα στον κόσμο, δεν θέλω τόσο νέος να χάσω τη νιότη μου». Επισκέφθηκε συγγενείς του, στη Νέα Υόρκη, για να νοσηλευτεί, όπου του έγινε εξόρυξη του ματιού και γλίτωσε από βέβαιο θάνατο – για λίγο όμως – καθώς η αρρώστια του «χτύπησε» ξανά την πόρτα και προσβλήθηκε από οστεοσάρκωμα στο δεξί του πόδι, επιστρέφοντας ξανά για νοσηλεία, στη Νέα Υόρκη για θεραπεία και έτσι γλίτωσε για δεύτερη φορά από τον καρκίνο.

Επισκεπτόμενος με άλλους μοναχούς των Μετεώρων και του Αγίου Όρους, τη μισογκρεμισμένη Ιερά μονή της Παναγίας Χρυσίνου, γύρω στο 2000, όταν ο π. Ιωάννης αντίκρισε την κατεστραμμένη εκκλησία και τα ερείπια, γονάτισε και είπε προς τους άλλους: «Αδέρφια, πατέρες από σήμερα και πέρα τη ζωή μου την ξεγράφω, θα ‘ρθω εδώ και το σπιτάκι της Παναγίας θα φτιάξω, και όλες τις πέτρες που έχει εδώ, η Παναγία, στο δικό μου καράβι θα τις βάλω, και στο δικό της λιμάνι θα τις φέρω, και το σπίτι της θα φτιάξω». Όταν τα άκουσαν όλα αυτά οι καλόγεροι, αρχικά αντέδρασαν λέγοντας, ότι δεν θα σε αφήσουμε εδώ μέσα στη φύση, που ζουν άγρια ζώα, και εκείνη τη στιγμή που λογομαχούσαν, ξαφνικά ακούστηκαν ψαλμωδίες, καμπάνες, θυμιατά, μέσα από τον ερειπωμένο ναό και οι μοναχοί αναφώνησαν «όντως ο Θεός, θέλει το σπίτι της Παναγίας να γίνει».

Ο π. Ιωάννης έφτιαξε ένα μικρό δωμάτιο από τσιμεντόλιθους και στη συνέχεια πήρε ένα κουτί ξύλινο και επισκέφθηκε τους συγγενείς του λέγοντας: «Αν θα παντρευόμουν θα μου φέρνατε κάποιο δώρο, ρίξτε εδώ, ό,τι έχετε ευχαρίστηση» και όλοι βοήθησαν ρίχνοντας χρήματα και μαζεύοντας παράλληλα για τα πρώτα έξοδα. Αμέσως μετά, ξεκίνησαν τα μεγάλα έργα, αρχικά από την πατρική περιουσία που πήρε στα χέρια του και την διέθεσε και συνέχεια από χορηγίες των πιστών.

Ο π. Ιωάννης φέρει μαζί του τον ευλογημένο Σταυρό, που του χάρισε πριν πεθάνει ο μοναχός Παΐσιος, δίνοντας καθημερινά την ευλογία στους πιστούς. Αξίζει να αναφερθεί ότι αν σε κάποιον άνθρωπο υπάρχει κάποιο πρόβλημα ο Σταυρός κολλάει στο συγκεκριμένο σημείο. Τις καθημερινές δωρεές (τρόφιμα) των πιστών προς τη μονή, ο π. Ιωάννης τις μοιράζει προς τους επισκέπτες, αλλά και σε αυτούς που πραγματικά τις έχουν ανάγκη.

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΙΝΟΥ

Περίπου το 1300 μ.Χ., ο π. Μακάριος σοφός και ενάρετος άνθρωπος, έχτισε το μοναστήρι της Παναγίας Χρυσίνου και το αφιέρωσε στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ο ναός είναι βασιλικού ρυθμού, και έχει υπέροχες τοιχογραφίες, τις οποίες έχουν κάνει Καλαρρυτινοί αγιογράφοι, το 1700 μ.Χ., τα δε χρώματα στις τοιχογραφίες, είναι από μεταλλεύματα της γης. Κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, χρησιμοποιήθηκε, ως κέντρο γραμμάτων για τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα, και για τους τότε Έλληνες, ως κέντρο τεχνών.

Μετά από μια μεγάλη περίοδο δράσης, το μοναστήρι ερήμωσε σχεδόν όλο, τον περασμένο αιώνα, ύστερα από τις καταστροφές που υπέστη – κυρίως τα χρόνια του εμφυλίου – μετά και τη λεηλασία των Γερμανών και συνεχίστηκε από κατοίκους της περιοχής, που έβαζαν τα ζώα τους μέσα στα κελιά των μοναχών, καταστρέφοντας τα κελιά ολοσχερώς και συνεχίστηκε η λεηλασία, τα τελευταία χρόνια, όταν ιερόσυλοι εισέβαλαν μέσα στον ναό και έκλεψαν το αρχαίο τέμπλο της εκκλησίας, σκάβοντας προκειμένου να βρουν λίρες, χωρίς να αφήσουν τίποτα όρθιο σε αυτόν τον τόπο.

Το μοναστήρι αυτό ονομάστηκε η Παναγία Χρυσίνου, διότι η Παναγία γιάτρεψε προπολεμικά τους αρρώστους από την αρρώστια της «χρυσής», για αυτό και την ονόμασαν η κυρά του Χρυσίνου. Το μοναστήρι γιορτάζει στις 23 Αυγούστου. Βρίσκεται περίπου μισή ώρα από την Καλαμπάκα, λίγα χιλιόμετρα πάνω από το χωριό Αμπέλια Κλεινού Καλαμπάκας, ελάχιστα χιλιόμετρα δυτικά των Μετεώρων. Δέχεται επισκέπτες καθημερινά, εκτός της Πέμπτης που παραμένει κλειστό.

Του Γ. Γκαντέλου -Εφημερίδα Ελευθερία Λάρισας

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ