Η ιστορία ενός βιβλίου ξεκινά πολλές φορές πολύ πριν γραφτεί η πρώτη του σελίδα. Στην περίπτωση της «Παλίρροιας», η αφετηρία ήταν ένα τυχαίο διαδικτυακό «ταξίδι» που οδήγησε την συγγραφέα Μαίρη Κωνσταντούρου στο μυστηριώδες νησί της Ποβέλια, στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. Από εκεί γεννήθηκε ένα μυθιστόρημα που συνδέει δύο σκοτεινές ιστορικές περιόδους, φωτίζοντας όμως την πιο δυνατή πλευρά του ανθρώπου: την ανθρωπιά.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η συγγραφέας μιλά στη Βιβή Μαργαρίτη για την έμπνευση πίσω από την «Παλίρροια», τη μεγάλη ιστορική έρευνα που προηγήθηκε, τις προκλήσεις της συγγραφής και το μήνυμα που ελπίζει να μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει την τελευταία σελίδα του βιβλίου.
- «Παλίρροια». Ένας τίτλος γεμάτος ορμή και μυστήριο. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το βιβλίο και τι συμβολίζει για εσάς αυτή η λέξη;
Η ιδέα για το βιβλίο γεννήθηκε εντελώς αναπάντεχα. Καθώς έψαχνα κάτι εντελώς άσχετο στο διαδίκτυο, το βλέμμα μου έπεσε σε μια ανάρτηση που αφορούσε την Ποβέλια, ένα μικρό, απομονωμένο νησί στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, το οποίο πολλοί αποκαλούν καταραμένο. Μου κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον και άρχισα να αναζητώ μανιωδώς κάθε διαθέσιμη ιστορική πληροφορία για αυτό.
Διαβάζοντας για το παρελθόν του, ένιωσα να μπαίνω βαθιά στη θέση όλων εκείνων των πληγωμένων ψυχών που μεταφέρθηκαν εκεί ανά τους αιώνες. Έτσι, γεννήθηκε μέσα μου η ανάγκη να γράψω ένα βιβλίο, όχι απλώς για να αναδείξω τη βαριά και σκοτεινή ιστορία της Ποβέλια, αλλά κυρίως για να μιλήσω για την υπέρτατη αξία της ανθρωπιάς.
Για μένα, η Παλίρροια συμβολίζει αυτό ακριβώς το ασταμάτητο κύμα του χρόνου και του ανθρώπινου πόνου, που έρχεται, σαρώνει τις ζωές μας, αλλά στο τέλος πάντα αφήνει πίσω του την ανάγκη για φως και δικαίωση
- Στο μυθιστόρημά σας παντρεύετε δύο εντελώς διαφορετικές εποχές: τον Μεσαίωνα της πανώλης και τον 20ό αιώνα ενός ψυχιατρικού ασύλου. Πώς προέκυψε αυτός ο αναπάντεχος συνδυασμός;
Ο συνδυασμός αυτός δεν είναι καθόλου τυχαίος, καθώς βασίζεται στις δύο μεγάλες ιστορικές περιόδους –δύο «μύθους», αν θέλετε– που στιγμάτισαν ανεξίτηλα την Ποβέλια. Από τη μία πλευρά έχουμε τον Μεσαίωνα, όταν το νησί μετατράπηκε σε έναν μαζικό τάφο για χιλιάδες θύματα της πανώλης. Από την άλλη, περνάμε στον 20ό αιώνα, όπου το ίδιο μέρος λειτούργησε ως ψυχιατρικό άσυλο, κρύβοντας στους τοίχους του τον βουβό ανθρώπινο πόνο. Αυτές οι δύο φαινομενικά ασύνδετες εποχές έχουν έναν απόλυτα κοινό παρονομαστή: το αιώνιο δίπολο ανάμεσα στην ανθρωπιά και την απανθρωπιά. Έτσι, μέσα από το μυθιστόρημα, ήθελα να αναδείξω την πρώτη και να εξορκίσω τη δεύτερη.
- Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι άκρως υποβλητική. Πόσο δύσκολο ήταν κατά τη συγγραφή να μεταφέρετε τον αναγνώστη από το σκοτάδι του Μεσαίωνα στο βαρύ κλίμα ενός ασύλου;
Η αλήθεια είναι πως η συγγραφική διαδρομή και στις δύο περιόδους ήταν εξαιρετικά απαιτητική και ψυχικά φορτισμένη, καθώς το σκοτάδι και η ανθρώπινη εξαθλίωση ήταν πάντα παρόντα. Ωστόσο, ακόμα και μέσα σε αυτή τη μαυρίλα που τύλιγε τους ανθρώπους, φρόντισα να υπάρχουν όμορφες, φωτεινές στιγμές. Υπήρχαν εκείνοι οι χαρακτήρες που, με την αγάπη, τη φιλαλληλία και την αλληλεγγύη τους, ήξεραν πώς να ρίχνουν μια αχτίδα ελπίδας και ένα φως χαράς στο πιο βαθύ σκοτάδι.

- Υπήρξε κάποια ιστορική έρευνα πίσω από το βιβλίο, ιδιαίτερα για τις συνθήκες της πανώλης και τη λειτουργία των ψυχιατρείων του περασμένου αιώνα;
Η έρευνα που προηγήθηκε της συγγραφής ήταν κυριολεκτικά τεράστια και μου πήρε σχεδόν έναν χρόνο συστηματικής μελέτης. Για να μπορέσω να αναπλάσω πιστά εκείνες τις εποχές, ένιωσα την ανάγκη να βυθιστώ στις λεπτομέρειές τους. Διάβασα ολόκληρα ιστορικά βιβλία για τη Βενετία του Μεσαίωνα, για τον τρόπο ζωής των ανθρώπων τότε, το σύστημα διοίκησης, αλλά και τις αρχιτεκτονικές περιγραφές των κτιρίων της. Παράλληλα, μελέτησα καθετί διαθέσιμο για τον Μαύρο Θάνατο, τις λαϊκές προλήψεις της εποχής, καθώς και τους σοκαριστικούς τρόπους αντιμετώπισης της ασθένειας αλλά και των ίδιων των ασθενών.
Το ίδιο εξαντλητική ήταν η έρευνα και για το ψυχιατρικό άσυλο του 20ού αιώνα. Χρειάστηκε να μελετήσω εξειδικευμένα ψυχιατρικά και ιατρικά συγγράμματα γύρω από τις σκληρές μεθόδους εκείνης της περιόδου, όπως τα ηλεκτροσόκ και τις λοβοτομές, αλλά και να εμβαθύνω στον τρόπο λειτουργίας του ασύλου και στον σκοτεινό χαρακτήρα του «παρανοϊκού» διευθυντή του. Ήταν μια επίπονη αλλά συναρπαστική διαδικασία, γιατί για μένα η ιστορική και επιστημονική ακρίβεια είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται η αληθοφάνεια και η ατμόσφαιρα ενός βιβλίου

- Χωρίς να αποκαλύψουμε πολλά, υπάρχει κάποιος συνδετικός κρίκος —μια «γέφυρα»— ανάμεσα σε αυτές τις δύο παράλληλες ιστορίες που θα ξαφνιάσει τον αναγνώστη;
Οπωσδήποτε υπάρχει αυτή η «γέφυρα» και είναι εκείνη που θα φωτίσει τα πάντα καθώς πλησιάζουμε προς το τέλος. Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να μην αποκαλύψω την παραμικρή λεπτομέρεια. Θέλω ο αναγνώστης να ανακαλύψει μόνος του αυτό το νήμα, χωρίς να του στερήσω τη μαγεία της ανατροπής και το σασπένς που κρατά την ιστορία ζωντανή μέχρι την τελευταία σελίδα
- Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας την τελευταία σελίδα της «Παλίρροιας»;
Θα ήθελα να κρατήσει βαθιά μέσα του το κεντρικό επιμύθιο του βιβλίου – ότι ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, η ανθρωπιά παραμένει η μόνη αληθινή πράξη αντίστασης. Όσα δεινά κι αν φέρει η μοίρα, όση απανθρωπιά κι αν γεννήσει ο φόβος, η επιλογή μας να παραμείνουμε άνθρωποι και να σταθούμε αλληλέγγυοι στον διπλανό μας είναι το μόνο αντίδοτο στη μαυρίλα του κόσμου. Αυτό το φως θέλω να τον συντροφεύει αφού κλείσει την τελευταία σελίδα



























