Κυπριακή τραγωδία και Φιλανδοποίηση

Σε μία εποχή έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας στα πλαίσια του «φθινοπώρου» της αμερικανικής πλανητικής ηγεμονίας και του αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου, όπου «τα πάντα ρεί», βοηθούντος σε αυτό ο Τραμπ με τις αλλοπρόσαλλες πολιτικές του, η κυπριακή τραγωδία και η βάναυση τουρκική κατοχή από το 1974, μετά από πενήντα δύο χρόνια, παραμένει σε πλήρη ακινησία.

Του Γεωργίου Παπασίμου

Δικηγόρου

Όχι μόνο δεν υφίσταται οποιαδήποτε ενεργή διαδικασία ή συνθήκες για μία δίκαιη λύση του Κυπριακού, που προϋπόθεση είναι η αποχώρηση του Αττίλα από το βόρειο τμήμα της Μεγαλονήσου, αλλά αντιθέτως ολοένα και περισσότερο επιχειρείται η πλήρης κατοχική παγίωση, μέσω της ενίσχυσης των στρατιωτικών εγκαταστάσεων του κατοχικού Αττίλα και της προσπάθειας των Τούρκων για αναγνώριση «δύο κρατών». Και όλα αυτά την ώρα που η στρατηγική γεωπολιτική αξία της Κύπρου στην διακεκαυμένη ζώνη της Μέσης Ανατολής γιγαντώνεται και αφορά ένα σύνολο ισχυρών παγκόσμιων παικτών, όπως οι Η.Π.Α., Γαλλία, Ισραήλ και συνολικά η Ε.Ε., μέλος της οποίας αποτελεί και η Κυπριακή Δημοκρατία.

Η στρατιωτική «επιβίβαση» της Τουρκίας το 1974, στην απροστάτευτη Μεγαλόνησο, εξαιτίας της διπλής προδοσίας της Χούντας των Συνταγματαρχών, με την απόσυρση της Μεραρχίας, που είχε αποστείλει κρυφά ο Γεώργιος Παπανδρέου και, στη συνέχεια με το τραγικό πραξικόπημα κατά του, τότε, ηγέτη της Κύπρου Μακαρίου, εν γνώσει του τότε φαιδρού αρχηγού της ελληνικής Χούντας Ιωαννίδη, ότι οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις θα αποβιβαστούν στην Κυρήνεια χωρίς αντίσταση, με συνέπεια την αιματηρή διχοτόμηση του νησιού, αποτελεί τον τελευταίο σταθμό της πορείας συρρίκνωσης του Ελληνικού Έθνους, που ξεκινά από την Μικρασιατική Καταστροφή. Μάλιστα, για πρώτη φορά, μετά το 1922 ο Ελληνισμός υπέστη στρατιωτική ήττα και απώλεσε εθνικό έδαφος χωρίς ουσιαστική μάχη, εμπεριέχοντας αυτό και το επιπρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο, ότι η μισή Κύπρος χάθηκε χωρίς στην ουσία να έχουμε πολεμήσει, κάτι που δημιούργησε την υποδόρια αίσθηση της αδυναμίας έναντι της Τουρκίας, που αποτελεί και τον βασικό πυρήνα του φοβικού συνδρόμου, από το οποίο κατατρύχονται το Ελληνικό και το Κυπριακό πολιτικό προσωπικό εξουσίας.

Το Κυπριακό είναι χαρακτηριστική περίπτωση της πολιτικο-διπλωματικής και στρατιωτικής αδυναμίας της Ελλάδος στη Νεότερη Ιστορία της. Το δίκαιο και νόμιμο αρχικό αίτημα της Ένωσης ενταφιάστηκε για πάντα από τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, με την αναγνώριση της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης και με ένα ανεφάρμοστο Σύνταγμα, που αποτέλεσε τον «διάδρομο» για την διχοτομική κατάληξη του νησιού. Αποτελεί, αναμφισβήτητα, στρατηγική ήττα του πολιτικού κατεστημένου της Χώρας και της «παρασιτικής» οικονομικής ολιγαρχίας, τους οποίους χαρακτηρίζει διαχρονικά το σύνδρομο του «ενδοτισμού». Με τις πολιτικές τους, αφού αποδέχθηκαν την de facto διχοτόμηση της Μεγαλονήσου, στην συνέχεια μετέτρεψαν ένα κορυφαίο διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής, σε ένα διμερές εσωτερικό Ελληνοτουρκικό πρόβλημα, «νομιμοποιώντας» έτσι έμμεσα την τουρκική κατοχή.

Πριν τον πλήρη ενταφιασμό του Κυπριακού, κάτι που θα αποτελέσει το κύκνειο άσμα του Ελληνισμού, απαιτείται η άμεση και πλήρης αλλαγή της πολιτικής μας και ο απεγκλωβισμός από την αδιέξοδη εμμονή – πρόσχημα της λεγόμενης «διζωνικής Ομοσπονδίας», που ουσιαστικά αποτελεί την «κερκόπορτα» για τη Συνομοσπονδία και η οποία αποτελεί στρατηγικό στόχο της Τουρκίας, αφενός για να κατοχυρώσει τα παράνομα κεκτημένα της από την εισβολή του 1974 και αφετέρου για να μπορεί, μέσω της χαλαρής κεντρικής κυβέρνησης, να ασκεί και τον πολιτικό έλεγχο στο ελεύθερο κομμάτι της Μεγαλονήσου. Προϋπόθεση λύσης αυτού είναι η πλήρης διεθνοποίησή του, με παράλληλη αξιοποίηση του σημαντικού γεωπολιτικού αποτυπώματος της Μεγαλονήσου στις σημερινές ρευστές γεωπολιτικές συνθήκες. Χρειάζεται άμεσα η εφαρμογή μιας νέας εθνικής στρατηγικής, που θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, την επιθετική διεθνοποίηση του Κυπριακού προβλήματος, την πολύπλευρη διπλωματική πολιτική προς όλα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και τις δυνάμεις, που μπορεί να έχουν αμιγώς στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή και την άμεση υλοποίηση του ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδος – Κύπρου, που ξεκίνησε στη δεκαετία του ’80 από τον Ανδρέα Παπανδρέου και εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια μετά την ακύρωση της εγκατάστασης των S-300 στη Κύπρο, κάτι που δίνει την αίσθηση στη Τουρκία ότι μπορεί να δρα ανενόχλητα στη Μεγαλόνησο.

Η συγκρότηση μίας τέτοιας εθνικής στρατηγικής, που θα λαμβάνει υπόψη τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην περιοχή και τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων, προωθώντας έτσι έναν νέο πατριωτισμό, προϋποθέτει πρωτίστως και την υπέρβαση των δύο ψευδεπίγραφων ιδεολογημάτων, που σύμφωνα με τον κορυφαίο στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη, παρακωλύουν την κατάστρωση αυτής και που είναι «τα ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και τα εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού».

Σε αυτή την κρίσιμη στροφή, η Ελλάδα οφείλει να αναθεωρήσει πλήρως τη στρατηγική της για την προστασία των συμφερόντων του Ελληνισμού στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, που διέρχονται από το Κυπριακό ζήτημα. Και αυτό, γιατί στην Κύπρο χτυπάει η καρδιά του Ελληνισμού και δοκιμάζεται η αντοχή του. Οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη με αποδοχή της διχοτόμησης, θα σημάνει μαθηματικά υποχώρηση και στα άλλα εθνικά μέτωπα, δηλαδή στη Θράκη, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, που αποτελούν στόχο της αναθεωρητικής Τουρκίας. Αυτό άλλωστε είναι ο στρατηγικός στόχος του βαθέως τουρκικού πολιτικοστρατιωτικού κατεστημένου, δηλαδή η φιλανδοποίηση της Ελλάδας, που συνδέεται άρρηκτα με την κυπριακή τραγωδία και τις εξελίξεις στη Μεγαλόνησο.