Ποια ήταν η αντιμετώπιση των τσιγγάνων στις χώρες της Ευρώπης; – Οι διωγμοί Ρομά και Σίντι από τους Ναζί και τα περισσότερα από 200.000 θύματα του ολοκαυτώματος
Ακόμα μεγαλύτερη απόδειξη για την μόνιμη εγκατάσταση των τσιγγάνων στις παραδουνάβιες χώρες αποτελούν δύο γραπτές μαρτυρίες που έφερε στο φως το 1877 ο Ρουμάνος ιστοριοδίφης Χαζντέου. Στο πρώτο, το «Βιβλίο δωρεάς» του αυτοκράτορα των Σέρβων Στέφανου Ντουσάν που έχει γραφτεί το 1348 υπάρχουν αναφορές για δωρεές προς το μοναστήρι των Αρχαγγέλων της Πρισρένης (Πρίζρεν, σήμερα στο Κόσοβο), ανάμεσά τους και οι εξής: «Ιδού οι τσιγγάνοι: ο πρωτομάστορας Ράικο, ο Μπόικο γιος του Ζλατάρ, ο Βασίλης, γιος του Πρεσβέτ, ο Σοκόλης γιος του Σουκιγιάς, που δίνουν κάθε χρόνο 40 πέταλα αλόγων». Δεύτερη αναφορά υπάρχει σε ένα έγγραφο του μοναστηριού της Τσιμάνας, στην Ολτένια της Ρουμανίας που εκδόθηκε το 1387, όμως αναφέρεται σε γεγονότα των μέσων του 14ου αιώνα. Το έγγραφο εκδόθηκε από τον βοεβόδα Μίρτσεα και αναφέρεται στον βοεβόδα Βλαδίσλαο, στα χρόνια του Στέφανου Ντουσάν: «Εκτός από αυτά, η μεγαλειότης μας επικυρώνει τις δωρεές που έγιναν από τον θείο μου Βλαδίσλαο της Βόντιτσας: το χωριό του Γιδόβσιτας, με τα περιβόλια του Μπανίνου και τους μύλους της Μπιστρίτσα και 40 οικογένειες τσιγγάνων».
Κομβικό γεγονός για τη μετακίνηση των τσιγγάνων προς την Ευρώπη ήταν η μάχη της Νικόπολης του Κάτω Δούναβη, που έγινε το 1396 ανάμεσα στους Οθωμανούς του Βαγιαζήτ και τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, επικεφαλής των οποίων ήταν ο Σιγισμόνδος, βασιλιάς της Ουγγαρίας και αυτοκράτορας της Γερμανίας και μαζί οι σύμμαχοί του, ηγεμόνες της Γαλλίας, της Βαυαρίας και της Βλαχίας. Ο Βαγιαζήτ συνέτριψε τους αντιπάλους του και οι τσιγγάνοι πέρασαν τον Δούναβη και κατέφυγαν στη χώρα του Σιγισμόνδου. Το γεγονός ότι αυτός τους δέχτηκε με τόση προθυμία και συμπάθεια δείχνει ότι πολέμησαν στο πλευρό του και ότι ίσως τον βοήθησαν να περάσει τον Δούναβη. Και στην τσιγγάνικη παράδοση υπάρχει η αναφορά ότι πέρασαν στη βόρεια πλευρά του Δούναβη όταν ο Σιγισμόνδος βρισκόταν σε πόλεμο «με ένα μεγάλο σουλτάνο». Ο αριθμός των τσιγγάνων αυτών ήταν 3.000-4.000. Μετά το 1417 οι τσιγγάνοι συνεχίζουν τη διασπορά τους στην Ευρώπη, χωρισμένοι σε καραβάνια. Κατά τους Ελβετούς χρονογράφους Σπρέχερ, Βάλζερ και Κόρνερ, στις αρχές του 1518 εμφανίστηκαν στο Μέισεν της Σαξονίας, στη Λειψία και την Έση και κατά το τέλος του ίδιου έτους φτάνουν στο Άουγκσμπουργκ. Δεν είναι περισσότεροι από 1.400 και έχουν ως αρχηγό τους κάποιον Μιχαήλ. Οι Γερμανοί που τους βλέπουν ξαφνικά να στρατοπεδεύουν έξω από τις πόλεις τους, τους δέχονται με δυσπιστία. Όταν οι τσιγγάνοι με κλεψιές και αγυρτείες έδειξαν μερικά στοιχεία του χαρακτήρα τους, οι Γερμανοί σκοτώνουν μερικούς από αυτούς. Έτσι, οι τσιγγάνοι συνεχίζουν την περιοδεία τους.
Τον Οκτώβριο του 1419 φτάνουν στο Σιστερόν της Προβηγκίας όπου έγιναν γνωστοί ως Σαρακηνοί, ονομασία που δινόταν στους Άραβες τα μεσαιωνικά χρόνια. Τον Ιούλιο του 1422 μια άλλη ομάδα διασχίζει την Ελβετία και τη βόρειο Ιταλία και φτάνει στην Μπολόνια. Αρχηγό τους είχαν κάποιον Ανδρέα που είχε τον τίτλο του δούκα. Ο χρονογράφος Άλμπερτ Κραντς που τους γνώρισε, γράφει ότι τους έλεγαν συνήθως Τατάρους (φυσικά δεν είχαν καμία σχέση με τον τουρανικό λαό της νότιας Ρωσίας) και στην Ιταλία Cianos (Egyptianos). Εκτός από τον «δούκα» είχαν σαν αρχηγό και έναν «κόμητα». Αυτοί τους δίκαζαν και στις διαταγές τους όφειλαν να υπακούουν. Πάντως, ούτε και στην Μπολόνια τα πήγαν καλά με τους κατοίκους. Η γυναίκα του αρχηγού τους έλεγε ότι ήξερε να προβλέπει τη μοίρα. Οι Ιταλοί έσπευδαν μαζικά σ’ αυτή για να τη συμβουλευθούν!
Το 1423 οι τσιγγάνοι έφυγαν από την Μπολόνια και πήγαν στη Ρώμη. Εκεί, ο Πάπας τους έδωσε litteras promotorias, δηλαδή διαβατήρια, που τους παρείχαν άδεια εισόδου στις καθολικές χώρες, διαμονής σε αυτές και επιστροφής. Από τη Ρώμη, επιστρέφουν στην Ελβετία με άλλον δούκα αρχηγό, τον Μιχαήλ, που τους είχε οδηγήσει στη Γερμανία. Με τα έγγραφα του Πάπα, τον Αύγουστο του 1427 έφτασαν στο Παρίσι και κατασκήνωσαν γύρω από την εκκλησία του Saint Denis. Λίγο πριν το 1440 έφτασαν στην Αγγλία όπου «συστήθηκαν» ως Αιγύπτιοι. Είναι άγνωστο πώς έφτασαν εκεί. Πάντως αντιμετωπίστηκαν εχθρικά και διατάχθηκαν να επιστρέψουν στην ηπειρωτική Ευρώπη (1451). Αντί γι’ αυτό όμως, προχώρησαν βορειότερα και κατά τον Guido Cora, το 1492 βρέθηκαν στη Σκωτία.