Η υπόθεση της δολοφονίας του Γιώργου Τσιτόγλου, η οποία εκτυλίχθηκε τα ξημερώματα της 22ας Μαρτίου 2026, συνεχίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, καθώς νέες, ανατριχιαστικές λεπτομέρειες έρχονται στο φως.
Μέσα από το κελί της προφυλάκισης, ο 17χρονος κατηγορούμενος περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τις δραματικές στιγμές που προηγήθηκαν του φόνου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό της άμυνας υπό συνθήκες απόλυτου τρόμου και πανικού. Σύμφωνα με όσα παρουσίασε η εκπομπή «Αποκαλύψεις», η μοιραία αλληλουχία γεγονότων ξεκίνησε με μια αναπάντεχη επικοινωνία μέσω βιντεοκλήσης, η οποία στάθηκε η αφορμή για να βρεθεί ο ανήλικος στο ίδιο σπίτι με το θύμα.
Ο νεαρός υποστηρίζει πως, παρά την προχωρημένη ώρα, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του τραγουδιστή, τον οποίο είδε στην οθόνη του μαζί με μια γυναίκα που του έκλεισε το μάτι. Η πρόσκληση «για να περάσουν καλά» οδήγησε τον 17χρονο και έναν φίλο του στην οικία, όπου η αρχική ατμόσφαιρα γρήγορα μετατράπηκε σε σκηνικό έντασης. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην κουζίνα, ο Γιώργος Τσιτόγλου φέρεται να εμφάνισε ένα πιάτο με ναρκωτικές ουσίες. Ο 17χρονος περιγράφει χαρακτηριστικά: «Μας πλησίασε και μας πρόσφερε και μας προέτρεψε, και εμένα και τον φίλο μου να δοκιμάσουμε. Δεν είχα καμία απολύτως εμπειρία, αλλά υπέθεσα ότι αυτή η άσπρη σκόνη ήταν κοκαΐνη, που δεν έχω δοκιμάσει ποτέ».
Η κατάσταση άρχισε να κλιμακώνεται επικίνδυνα όταν η συζήτηση στράφηκε στο οικονομικό σκέλος, με το θύμα να απαιτεί χρήματα από τον ανήλικο. Όταν εκείνος αρνήθηκε, η συμπεριφορά του τραγουδιστή έγινε απρόβλεπτη. «Διαπίστωσα ότι ενώ εγώ τον κοιτούσα στα μάτια, αυτός με κοιτούσε στα χαμένα, σαν να σκέφτεται κάτι. Αμέσως άλλαξε χρώμα το κεφάλι του, έγινε κατακόκκινο και πλέον τον έβλεπα ότι είχε ματιά στο κενό. Ξαφνικά μου ζήτησε 50€, γιατί σκέφτηκε ότι ήθελε να αγοράσει κι άλλη κοκαΐνη. Του είπα ότι δεν είχα και τον είδαμε πάλι ότι στράβωσε περισσότερο», αναφέρει ο κατηγορούμενος, τονίζοντας πως ο φόβος τον ώθησε να αναζητήσει έξοδο από το σπίτι.
Ωστόσο, η απόπειρα αποχώρησης μετατράπηκε σε εφιάλτη. Ενώ ο φίλος του 17χρονου κατάφερε να βγει, ο ίδιος εγκλωβίστηκε από το θύμα, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, του έκλεισε την πόρτα με βία. Η περιγραφή της σωματικής επαφής είναι ωμή: «Τρομοκρατήθηκα, ήταν κατακόκκινος και έπεσε πάνω μου και με αγκάλιασε σφιχτά με το δεξί του χέρι, φέρνοντας σε άμεση επαφή τα σώματά μας, ώστε να μην μπορώ να ανασάνω. Σε πρώτη φάση τον απώθησα και πρόλαβα, έφτασα και άνοιξα την πόρτα, αλλά μόνο τη μισή. Ελάχιστα εκατοστά του δευτερολέπτου πριν βγω από αυτήν, ο Τσιτόγλου την χτύπησε και πάλι, και την ξαναέκλεισε δυνατά».
Σε εκείνο το χρονικό σημείο, ο ανήλικος δηλώνει πως ένιωσε την απειλή του θανάτου ή της σεξουαλικής κακοποίησης να επικρέμαται πάνω του. «Σκέφτηκα ότι θα πεθάνω ή θα με βιάσει, γιατί ένιωσα ένα ανεξέλεγκτο αγρίμι επάνω μου και με αγκάλιασε με το δεξί του χέρι σαν κεφαλοκλείδωμα και το αριστερό με ψηλή αγκαλιά, αλλά πάρα πολύ σφιχτά. Έχοντας ελεύθερο μόνο το δεξί μου χέρι και τα σώματά μας σε απόλυτη επαφή από την αγκαλιά και το κεφαλοκλείδωμά του, άρχισα να χτυπάω στο πλάι όπως μπορούσα και μόνο προκειμένου να διαφύγω». Στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί, έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι και, παρά τις προειδοποιήσεις του, η συμπλοκή συνεχίστηκε.
Ο 17χρονος επιμένει πως τα μοιραία χτυπήματα ήταν η ύστατη προσπάθεια επιβίωσης: «Εκεί λοιπόν με το μαχαίρι κατάφερα δύο ή τρία χτυπήματα στον συγκεκριμένο, ενώ περίμενα να απομακρυνθεί με το πρώτο χτύπημα και να με αφήσει να φύγω. Εντούτοις αυτός όρμηξε ακόμη πιο πολύ απέναντί μου δημιουργώντας ασφυκτικές συνθήκες άγχους, φόβου και τρόμου. Τα χτυπήματα τα οποία επέφερε στο θύμα τα πραγματοποίησα, γιατί ήμουν σε κατάσταση άμυνας». Η μαρτυρία ολοκληρώνεται με τη διαβεβαίωση πως δεν υπήρχε πρόθεση ανθρωποκτονίας: «Δεν ήθελα να του κάνω κακό. Το έκανα για να φύγω», υποστηρίζει, αναμένοντας πλέον την κρίση της δικαιοσύνης για τους ισχυρισμούς του.

































