TrikalaView
Advertisement
  • Αρχική
  • Τοπικά
  • Θεσσαλία
  • Εκλογές
  • Ελλάδα
  • Πολιτισμός
  • Κηδείες
  • Επιχειρείν
  • Συνεντεύξεις
  • Απόψεις
  • Εκλογές
  • Αφιερώματα
  • Μαγειρική
  • Οικογένεια
  • Αθλητικά
  • Τεχνολογία
  • Υγεία
  • Ομορφιά
  • TravelView
  • Βιβλιοπροτάσεις
  • Παράξενες ειδήσεις
  • Διατροφή
  • Μύλος των ξωτικών
  • ό,τι να ναι
  • Επικοινωνία
No Result
View All Result
  • Αρχική
  • Τοπικά
  • Θεσσαλία
  • Εκλογές
  • Ελλάδα
  • Πολιτισμός
  • Κηδείες
  • Επιχειρείν
  • Συνεντεύξεις
  • Απόψεις
  • Εκλογές
  • Αφιερώματα
  • Μαγειρική
  • Οικογένεια
  • Αθλητικά
  • Τεχνολογία
  • Υγεία
  • Ομορφιά
  • TravelView
  • Βιβλιοπροτάσεις
  • Παράξενες ειδήσεις
  • Διατροφή
  • Μύλος των ξωτικών
  • ό,τι να ναι
  • Επικοινωνία
No Result
View All Result
TrikalaView
Home Featured

Έχει μέλλον το βαμβάκι στη Θεσσαλία στα χρόνια της κλιματικής κρίσης;

Δεκ 21, 2025
in Featured, slider, Θεσσαλία
Έχει μέλλον το βαμβάκι στη Θεσσαλία στα χρόνια της κλιματικής κρίσης;
Share on FacebookShare on Twitter

Αποκαλείται ο «λευκός χρυσός» της ελληνικής γεωργίας και όχι άδικα. Καλύπτοντας περίπου 2 εκατομμύρια στρέμματα –από την Αιτωλοακαρνανία και τη Βοιωτία έως τη Ροδόπη και τον Έβρο και με επίκεντρο τη Θεσσαλία– το βαμβάκι αποτελεί μια από τις σημαντικότερες καλλιέργειες της χώρας και βασικό εξαγωγικό, συναλλαγματοφόρο προϊόν: Το 2024 οι εξαγωγές εκκοκκισμένου βαμβακιού ανήλθαν σε περίπου 254 χιλιάδες τόνους, αξίας 465,9 εκατ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών.

Η έρευνα που ακολουθεί είναι των δημοσιογράφων Γιώργου Βασιλείου και Γιώργου Μουρμούρη από το Inside Story. Αρχικός τίτλος: Υπάρχει χώρος για το βαμβάκι στην εποχή της κλιματικής κρίσης;

Η Ελλάδα παραμένει η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση –καλύπτοντας περίπου το 80% της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής– και ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως. Στην εγχώρια αγορά, το βαμβάκι προσφέρει εργασία και εισόδημα σε περίπου 40.000 καλλιεργητές, ενώ γύρω του έχει αναπτυχθεί μια εκτεταμένη παραγωγική αλυσίδα, με πλήθος εκκοκκιστηρίων, μεταποιητικών μονάδων και εξαγωγικών επιχειρήσεων.

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο ο «λευκός χρυσός» της ελληνικής υπαίθρου μοιάζει να ξεθωριάζει. Με τις τιμές να διαμορφώνονται στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, οι βαμβακοκαλλιεργητές βρίσκονται εκτεθειμένοι στις εκάστοτε διακυμάνσεις. Την τελευταία τριετία οι τιμές υποχωρούν διαρκώς, φτάνοντας φέτος στα 37 λεπτά του ευρώ το κιλό, ποσό που χαρακτηρίζεται μη βιώσιμο από τους παραγωγούς: Για να καλυφθεί το κόστος παραγωγής, η απόδοση πρέπει σχεδόν να διπλασιαστεί, από περίπου 300 σε 600-650 κιλά βαμβάκι ανά στρέμμα.

Η βαμβακοκαλλιέργεια όμως βρίσκεται αντιμέτωπη και με μια δεύτερη, βαθύτερη πρόκληση: την κλιματική κρίση. Εκτεταμένες καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε όλη τη χώρα, πρωτίστως στη Θεσσαλία, όπου χτυπά η καρδιά της βαμβακοπαραγωγής, βρίσκονται αντιμέτωπες με το δίπολο ξηρασία-πλημμύρες. Παρατεταμένες περίοδοι ανομβρίας εναλλάσσονται με ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι κακοκαιρίες Ντάνιελ και Ηλίας το 2023, ενώ οι υπόγειοι υδροφορείς βρίσκονται σε ανησυχητικά χαμηλά επίπεδα.
Έτσι, το βαμβάκι βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της δημόσιας κριτικής, χαρακτηριζόμενο ως υδροβόρα καλλιέργεια που δεν έχει θέση στην εποχή της κλιματικής κρίσης – είναι μια κριτική που στη Θεσσαλία αναζωπυρώθηκε μετά τη δημοσιοποίηση του master plan της ολλανδικής HVA
Τα κενά στο master plan των Ολλανδών για τη Θεσσαλία
για την ανασυγκρότηση της Θεσσαλίας, η οποία προτείνει άμεση συρρίκνωση των θεωρούμενων ως υδροβόρων καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένης της βαμβακοκαλλιέργειας, προς όφελος των οπωροκηπευτικών.

Αποτελεί όμως το βαμβάκι τη βασική πρόκληση για την υδατική επάρκεια σε περιοχές που δοκιμάζονται από τη λειψυδρία; Έχει έρθει πράγματι η ώρα να συρρικνωθεί δραστικά μια καλλιέργεια που επί έναν και πλέον αιώνα αποτελεί θεμέλιο της ελληνικής αγροτικής οικονομίας; Ή υπάρχει τρόπος ο «λευκός χρυσός» να ανακτήσει τη χαμένη του λάμψη, προσαρμοζόμενος στην εποχή της κλιματικής κρίσης; Μιλήσαμε με τους ειδικούς και μάθαμε πολλά που δεν γνωρίζαμε.

Τεχνογνωσία ενός αιώνα

Η καλλιέργεια του βαμβακιού έχει βαθιές ρίζες στην Ελλάδα, με τη συστηματική της ανάπτυξη να ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι πρώτες προσπάθειες από Έλληνες της Αιγύπτου δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, έθεσαν όμως τις βάσεις για τη μετέπειτα εξέλιξη.

Η πραγματική τομή σημειώθηκε μετά το 1910, όταν το υπουργείο Γεωργίας ανέλαβε ο Εμμανουήλ Μπενάκης, φέρνοντας στη χώρα σύγχρονη τεχνογνωσία και καλλιεργητικές μεθόδους. Οι πρώτοι πυρήνες παραγωγής αναπτύχθηκαν στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία, με κέντρα τα Φάρσαλα και τις Σέρρες, διαμορφώνοντας σταδιακά μια νέα αγροτική εξειδίκευση.
Η ανάπτυξη ανακόπηκε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο μεταπολεμικά το βαμβάκι επανήλθε δυναμικά. Τα νέα εκκοκκιστήρια και κλωστήρια, η εκμηχάνιση και η εισαγωγή τεχνολογίας από τις ΗΠΑ μεταμόρφωσαν ριζικά τον κλάδο, που πέρασε από τη χειρωνακτική στη μηχανική συγκομιδή με θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας.

Από τη δεκαετία του 1960 ξεκινάει μια περίοδος αλματώδους ανάπτυξης, με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις να φτάνουν τα 1,5 εκατ. στρέμματα στις αρχές του 1980. Η ένταξη στην ΕΟΚ και το ειδικό καθεστώς στήριξης του «Πρωτοκόλλου 4» που αναγνώριζε τη στρατηγική σημασία του βαμβακιού, λειτούργησαν επιταχυντικά: οι εκτάσεις σχεδόν τριπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 4 εκατ. στρέμματα στα μέσα της δεκαετίας και το βαμβάκι εδραιώθηκε ως η σημαντικότερη βιομηχανική καλλιέργεια της χώρας, με επίκεντρο την Καρδίτσα.

Σαθρές βάσεις

Η παραγωγική αλυσίδα του βαμβακιού που στήθηκε τον 20ο αιώνα δεν στηριζόταν σε στέρεο έδαφος. Η βαμβακοκαλλιέργεια αναπτύχθηκε πάνω στην υπερεκμετάλλευση των υδάτινων πόρων που φάνταζαν ανεξάντλητοι. Με την πάροδο των δεκαετιών η κλιματική αλλαγή άρχισε να αποκαλύπτει τα όρια του μοντέλου, ελλείψει όμως κεντρικού σχεδιασμού σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν ελήφθησαν ουσιαστικά μέτρα. Για πολλά χρόνια η παραγωγή πορευόταν στον «αυτόματο», την ώρα που οι υπόγειοι υδροφορείς υφίσταντο ολοένα ισχυρότερες –πλην αθέατες– πιέσεις.

Σήμερα στον θεσσαλικό κάμπο ηχούν καμπανάκια: Το φθινόπωρο του 2025, ο Δήμος Σοφάδων ανακοίνωσε ότι η λίμνη Σμοκόβου, ταμιευτήρας που υδροδοτεί μεγάλο μέρος του κάμπου της Καρδίτσας, υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από την κατασκευή της. Οι εκτιμήσεις για τη νέα καλλιεργητική περίοδο είναι δραματικές, καθώς η λίμνη θεωρείται ότι δεν θα καλύψει τις αρδευτικές ανάγκες της περιοχής. Έτσι, ο Δήμος καλεί τους παραγωγούς να αναζητήσουν εναλλακτικούς τρόπους άρδευσης.

Το master plan της HVA

Το φθινόπωρο του 2023, μετά τις καταστροφικές κακοκαιρίες Ντάνιελ και Ηλίας, η κυβέρνηση ανέθεσε στην ολλανδική εταιρεία HVA International την εκπόνηση ενός master plan για την ανασυγκρότηση και τη θωράκιση της Θεσσαλίας, με χρηματοδότηση της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, το οποίο παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 2024.

Στο σχέδιο η HVA περιγράφει αναλυτικά το οξύ υδατικό πρόβλημα της Θεσσαλίας, φέρνοντας ως παράδειγμα τον υδροφορέα του Αλμυρού, όπου καταγράφεται ετήσιο έλλειμμα περίπου 500 εκατ. κυβικών μέτρων. Παράλληλα, παρατηρείται και υφαλμύρωση, δηλαδή αύξηση της αλατότητας των υπόγειων υδάτων λόγω εισροής θαλασσινού νερού στον υδροφόρο ορίζοντα, εξέλιξη με σοβαρές συνέπειες για τη γεωργία και την οικονομία της περιοχής.

Υπό αυτό το πρίσμα, η εταιρεία σημειώνει ότι η αγροτική παραγωγή της περιοχής θα μπορούσε να προσανατολιστεί σε ορισμένες ποικιλίες δημητριακών, οσπρίων και φυλλωδών λαχανικών, ανθεκτικών στην αλατότητα, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι μια τέτοια εξέλιξη θα συνεπαγόταν «μεγάλη και διαχρονική δυσχέρεια στον γεωργικό τομέα της Θεσσαλίας».

Για τον λόγο αυτό, στο σημείωμα του μεταφραστή της ελληνικής απόδοσης του πρωτότυπου αγγλικού κειμένου χαρακτηρίζεται «πιο λογική» η αντικατάσταση «σε επιλεγμένο ποσοστό και σε περιοχές με εντονότερο πρόβλημα» καλλιεργειών που παρουσιάζουν υψηλές απαιτήσεις σε νερό, με άλλες υψηλότερης αξίας, ώστε, σε συνδυασμό με παρεμβάσεις εμπλουτισμού του υπόγειου υδροφορέα, να περιοριστούν οι επιπτώσεις της λειψυδρίας.

Οι υδροβόρες καλλιέργειες

Σύμφωνα με την ανάλυση της HVA για τις καλλιέργειες στη θεσσαλική πεδιάδα, η συνολική γεωργική έκταση ανέρχεται σε περίπου 4,3 εκατομμύρια στρέμματα, εκ των οποίων τα 2,5 εκατ. αποτελούν αρδευόμενες εκτάσεις. Οι κύριοι παραγωγικοί τομείς περιλαμβάνουν την καλλιέργεια βαμβακιού, αραβοσίτου, σιταριού, την παραγωγή φρούτων και λαχανικών και την κτηνοτροφία.

Υπό το πρίσμα του αυξανόμενου υδατικού ελλείμματος, η HVA εστιάζει στις υδροβόρες καλλιέργειες του θεσσαλικού κάμπου. Η βαμβακοκαλλιέργεια ξεχωρίζει τόσο λόγω της μεγάλης έκτασης που καταλαμβάνει, όσο και λόγω της στρατηγικής της σημασίας στην αγροτική οικονομία της περιοχής. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η εταιρεία, το βαμβάκι καλύπτει το 24% της καλλιεργήσιμης γης, απορροφώντας το 33% του αρδευτικού νερού, ενώ συμβάλλει στο συνολικό οικονομικό μερίδιο της Θεσσαλίας κατά μόλις 12,8%.

Η σύγκριση με τις υπόλοιπες καλλιέργειες αναδεικνύει –σύμφωνα με τη HVA– έντονες διαφοροποιήσεις στην αποδοτικότητα χρήσης των υδατικών πόρων. Ενδεικτικά τα λαχανικά, παρότι καταλαμβάνουν μόλις το 2,8% της καλλιεργήσιμης έκτασης και καταναλώνουν το 3% του αρδευτικού νερού, αποφέρουν το 22,6% του αγροτικού εισοδήματος, παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα νερού (57,9 €/m³). Αντίστοιχα, τα φρέσκα φρούτα εμφανίζουν υψηλή υδατική απόδοση (31,3 €/m³), με περιορισμένη κατανάλωση νερού (4%).

Σύμφωνα με το master plan, η σύγκριση της οικονομικής παραγωγικότητας ανά μονάδα γης και ανά μονάδα αρδευτικού νερού αναδεικνύει την κηπευτική καλλιέργεια, δηλαδή τα λαχανικά και τα φρούτα, ως την πιο οικονομικά βιώσιμη και αποδοτική χρήση του νερού. Σε συνθήκες περιορισμένης διαθεσιμότητας υδατικών πόρων στη Θεσσαλία, η HVA υποστηρίζει ότι οι μεγαλύτερες δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης εντοπίζονται στην παραγωγή κηπευτικών, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι μια τέτοια στροφή προϋποθέτει ανακατανομή του νερού εις βάρος άλλων γεωργικών δραστηριοτήτων, στις οποίες συγκαταλέγεται και το βαμβάκι.

Το βαμβάκι

Εστιάζοντας στο βαμβάκι, η HVA τονίζει ότι στη Θεσσαλία καλλιεργούνται οι μεγαλύτερες ποσότητες βάμβακος σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, που αγγίζουν αθροιστικά τα 800.000 στρέμματα (400.000 στην Καρδίτσα, 250.000 στη Λάρισα, 100.000 στα Τρίκαλα, 50.000 στη Μαγνησία). Παρόλο που στον πίνακα κατανάλωσης νερού ανά καλλιέργεια το μερίδιο του βαμβακιού ορίζεται σε 33%, σε άλλο σημείο του ίδιου master plan η ολλανδική εταιρεία αναφέρει ότι η βαμβακοκαλλιέργεια απορροφά άνω του 50% του αρδευτικού νερού της περιοχής.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, η HVA χαρακτηρίζει το σημερινό παραγωγικό μοντέλο «μη βιώσιμο», φέρνοντας την περίπτωση της λίμνης Αράλης –άλλοτε κέντρου της σοβιετικής βαμβακοκαλλιέργειας– ως παράδειγμα για την καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει η εξάντληση των υπόγειων υδροφορέων. Προειδοποιεί δε ότι χωρίς άμεσες και δραστικές μεταρρυθμίσεις στη διαχείριση των υδατικών πόρων και της γεωργικής παραγωγής, το υδατικό έλλειμμα της Θεσσαλίας θα επιδεινωθεί ραγδαία μέσα στη δεκαετία, ξεπερνώντας το «σημείο καμπής» μετά το 2030. Όπως προκύπτει λοιπόν, το παράθυρο ευκαιρίας για να αναστραφεί η πορεία αυτή είναι μικρό, μόλις έξι έτη, και ο χρόνος μετρά αντίστροφα από το 2024.

Φταίει τελικά το βαμβάκι;

Όλα δείχνουν ότι η ώρα των αποφάσεων για το βαμβάκι έχει φτάσει – και η Θεσσαλία βρίσκεται στο επίκεντρο. Ωστόσο, ειδικοί με τους οποίους μιλήσαμε προειδοποιούν ότι η χρονική πίεση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για βεβιασμένες –και εν τέλει λανθασμένες– επιλογές, οι οποίες θα μπορούσαν να επιτείνουν την ερήμωση της υπαίθρου, οδηγώντας σε απώλεια τεχνογνωσίας και περαιτέρω αποσταθεροποίηση του αγροτικού εισοδήματος, χωρίς να αντιμετωπίζονται ουσιαστικά τα περιβαλλοντικά ζητήματα.

Όπως τονίζει ο διευθυντής του Εργαστηρίου Γεωργίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΓΠΑ), καθηγητής Δημήτρης Μπιλάλης, επικαλούμενος μετρήσεις του ιδρύματος της περιόδου 2015–2018, το βαμβάκι δεν αποτελούσε την πιο υδροβόρα καλλιέργεια σε καμία περιοχή της χώρας, με μοναδική εξαίρεση τη Χαλκιδική το 2018. Αντίθετα, η μηδική, ο αραβόσιτος και η βιομηχανική ντομάτα, όπως προέκυψε, απαιτούν ίση ή και μεγαλύτερη ποσότητα νερού.

Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με τα αποτελέσματα μελετών του ΓΠΑ που έχουν εκπονηθεί για λογαριασμό της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Βάμβακος, σύμφωνα με τις οποίες το βαμβάκι συγκαταλέγεται στις λιγότερο υδροβόρες αρδευόμενες καλλιέργειες όταν εφαρμόζεται ορθολογική διαχείριση νερού. Χάρη στο βαθύ ριζικό σύστημα, το φυτό εμφανίζει αυξημένη ανθεκτικότητα στην ξηρασία, αξιοποιώντας υγρασία από μεγαλύτερα εδαφικά βάθη, σε αντίθεση με επιφανειακές καλλιέργειες που απαιτούν συχνότερη άρδευση. Συνεπώς, το βασικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στις εγγενείς ανάγκες του βαμβακιού σε νερό, αλλά στην απουσία επιστημονικά καθοδηγούμενης άρδευσης και στη γενικευμένη έλλειψη προγραμματισμού.

Χωράφια με καλλιέργειες βαμβακιού και σιταριού στον κάμπο του νομού Λάρισας. [Eurokinissi]
Ο καθηγητής του ΓΠΑ τονίζει ότι μια βιώσιμη εναλλακτική επιλογή θα μπορούσε να αποτελέσει η στροφή στο λεγόμενο «αιγυπτιακό» βαμβάκι, ποικιλία που θα μπορούσε να μειώσει την κατανάλωση νερού κατά 25–30%, προσφέροντας ταυτόχρονα προϊόν υψηλότερης ποιότητας και προστιθέμενης αξίας, λιγότερο εξαρτημένο από τις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς.

Δεδομένα υπό αμφισβήτηση και «τρύπια» δίκτυα

Στις απώλειες των αρδευτικών δικτύων και στις παρωχημένες πρακτικές άρδευσης εστιάζει και ο υδρογεωλόγος Ανδρέας Παναγόπουλος, διευθυντής ερευνών του Ινστιτούτου Εδαφοϋδατικών Πόρων (ΙΕΥΠ) του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, εκφράζοντας επιφυλάξεις για τον χαρακτηρισμό καλλιεργειών από την HVA ως υδροβόρων, συμπεριλαμβανομένου του βαμβακιού. Όπως εξηγεί, ο χαρακτηρισμός αυτός συνεπάγεται ιδιαίτερα υψηλές ανάγκες σε νερό, οι οποίες ενδεχομένως να προέρχονται από τις ονομαστικές τιμές της ελληνικής νομοθεσίας που χρονολογούνται από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Αν και επικαιροποιήθηκαν προς τα τέλη του αιώνα-αρχές 2000, οι τιμές παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές σε σχέση με την πραγματικότητα.

Στην πράξη, υπογραμμίζει, το βαμβάκι απέχει μακράν από το να συγκαταλέγεται στις πλέον υδροβόρες καλλιέργειες της Θεσσαλίας. Πειραματικά δεδομένα του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ δείχνουν ότι, με προγραμματισμένη και ορθολογική άρδευση, μπορεί να παραχθεί βαμβάκι χωρίς απώλεια εσοδείας με 300-350 κυβικά μέτρα νερό ανά στρέμμα, έναντι των 700-800 κυβικών μέτρων που κατά συνθήκη δεχόμαστε σήμερα ως τυπικές ανάγκες.

Επιπλέον ο Παναγόπουλος επισημαίνει ότι για να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα σχετικά με τις ανάγκες άρδευσης κάθε καλλιέργειας, είναι απαραίτητο να αφαιρούνται αφενός οι απώλειες των δικτύων μεταφοράς και αφετέρου η –μειωμένη αλλά υπαρκτή– συμβολή των βροχοπτώσεων. Όπως τονίζει, οι απώλειες των δικτύων δεν μπορεί να ενοχοποιούν μια καλλιέργεια ως υδροβόρα.

Μεγάλο μέρος του αρδευτικού νερού, άλλωστε, χάνεται πριν καν φτάσει στα χωράφια. Στα ανοιχτά αρδευτικά δίκτυα οι απώλειες κυμαίνονται συχνά στο 30-40% και σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις φτάνουν ακόμη και το 60%-70% του μεταφερόμενου νερού. Ακόμα και τα κλειστά αλλά πεπαλαιωμένα δίκτυα παρουσιάζουν απώλειες της τάξης του 20-30%, όπως σημειώνει, τονίζοντας ότι με στοιχειώδη συντήρηση θα μπορούσε να ανακτηθεί σημαντικό μέρος των ποσοτήτων. Η μείωση των απωλειών αυτών σε κλίμακα Θεσσαλίας μπορεί να αμβλύνει σημαντικά το πρόβλημα μειωμένης διαθεσιμότητας νερού και βέβαια να βελτιώσει δραματικά τους δείκτες απόδοσης χρήσης νερού.

Ιδιαίτερα σημαντικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τον διευθυντή ερευνών του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, μπορεί να αποφέρει η μετάβαση από το εμπειρικό στο επιστημονικά καθοδηγούμενο πότισμα. Σε σχετικά πειράματα, η προγραμματισμένη άρδευση οδήγησε σε εξοικονόμηση νερού τουλάχιστον 20%, ενώ ακόμη και μια βελτίωση της τάξης του 10% θεωρείται κρίσιμη, δεδομένου του μεγέθους του υδατικού ελλείμματος στη Θεσσαλία και της έκτασης της περιοχής. «Γνωρίζουμε πώς μπορούμε να υποστηρίξουμε την ανθεκτικότητα της ελληνικής παραγωγής μέσω λύσεων που βασίζονται στη φύση (λύσεις σπόγγου) και το εφαρμόζουμε σε πιλοτικές εκτάσεις του Πηνειού, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού έργου HE SPONGEWORKS», εξηγεί ο Παναγόπουλος, προσθέτοντας ότι τα σωστά εργαλεία και η εκπαίδευση των παραγωγών μπορούν να οδηγήσουν σε θεαματικά αποτελέσματα.

Το νερό που χάνεται

Προς το παρόν, παρότι η λειψυδρία σαρώνει τον θεσσαλικό κάμπο, οι υδατικές απώλειες παραπέμπουν σε περασμένες δεκαετίες. Ελλείψει κεντρικής κατεύθυνσης και χρηματοδότησης, στην άρδευση εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται κυρίως εναέρια συστήματα –καρούλια με βέργες, «κανονάκια» και μπεκ– τα οποία μπορεί να καταναλώνουν έως και 100 κυβικά μέτρα νερού, εκεί όπου η στάγδην άρδευση θα απαιτούσε περίπου 25, εξηγεί ο Σωτήρης Γιαννακός, αντιδήμαρχος Γεωργικής Ανάπτυξης-Πρωτογενούς Τομέα του Δήμου Σοφάδων.

Ο ίδιος κάνει λόγο για διαχρονική υποτίμηση των πραγματικών αναγκών του θεσσαλικού κάμπου σε υποδομές και οργανωμένη διαχείριση των υδάτων. Όπως επισημαίνει, το πάγιο αίτημα για κλειστά αρδευτικά δίκτυα που θα περιόριζαν τις μεγάλες απώλειες των ανοιχτών καναλιών ουδέποτε υλοποιήθηκε, με αποτέλεσμα οι παραγωγοί να στρέφονται στις ιδιωτικές γεωτρήσεις που επιβαρύνουν τον υπόγειο υδροφορέα. Στο master plan η HVA εκτιμά ότι στη Θεσσαλία έχουν διανοιχτεί περίπου 33.000 γεωτρήσεις.

Επιστρέφοντας στο ζήτημα των υποδομών, ο Γιαννακός επισημαίνει ότι τα μικρά φράγματα συγκράτησης υδάτων στα ορεινά, τα οποία βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης μετά τις πλημμύρες του 2023, παραμένουν μέχρι σήμερα στα χαρτιά. Την ίδια ώρα, η λειψυδρία πλήττει πλέον άμεσα το αγροτικό εισόδημα, καθώς αρκετές βαμβακοκαλλιέργειες δεν αρδεύτηκαν λόγω έλλειψης νερού. Ως αποτέλεσμα, σημειώνει, οι αγρότες κινδυνεύουν να μην παραδώσουν την «ηρτημένη» παραγωγή της περιοχής τους (αυτή που «κλειδώνει» για κάθε περιοχή προκειμένου να λάβει την επιδότηση) και να χάσουν τη συνδεδεμένη εισοδηματική στήριξη – εξέλιξη που ο ίδιος παρομοιάζει με την «καταστροφή του Δράμαλη».

Τα οικονομικά της μετάβασης

Αν από περιβαλλοντική οπτική εγείρονται σοβαρά ερωτήματα ως προς το κατά πόσον η απομάκρυνση από τη βαμβακοκαλλιέργεια ή ο εκσυγχρονισμός της συνιστούν ορθή στρατηγική, από οικονομικής πλευράς το ζήτημα αποδεικνύεται ακόμα πιο δύσκολη εξίσωση.

Το κόστος του αναπροσανατολισμού προς τα οπωροκηπευτικά ουδόλως ευκαταφρόνητο είναι, οι δε προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να αποδώσει το εγχείρημα, πολλές. Η HVA αναφέρεται στην ανάγκη εκτεταμένων επενδύσεων, επισημαίνοντας ότι προϋπόθεση αποτελεί η μετατροπή μεγάλων αγροτικών εκτάσεων σε οργανωμένους κόμβους παραγωγής λαχανικών και φρούτων.

Η προτεινόμενη μετάβαση συνεπάγεται, κατά τη μελέτη, ετήσιες επενδύσεις της τάξης των 2 δισ. ευρώ από τον ιδιωτικό τομέα, οι οποίες σωρευτικά «εκτοξεύονται» σε σχεδόν 12 δισ. ευρώ κατά την εξαετή μεταβατική περίοδο. Ως εκ τούτου, η HVA υπογραμμίζει ότι η κρατική στήριξη θα ήταν καθοριστικής σημασίας, τόσο για τη διευκόλυνση όσο και για την επιτάχυνση της μετάβασης. Παρά το υψηλό αρχικό κόστος πάντως, το σχέδιο εκτιμά ότι οι νέες καλλιέργειες θα μπορούσαν να αποφέρουν ετησίως περίπου 1,5 δισ. ευρώ πρόσθετα έσοδα που «μεταφράζεται» σε περίοδο απόσβεσης οκτώ ετών.

Μια σημαντική αλυσίδα αξίας

Σύμφωνα με τους ειδικούς όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Ο Ανδρέας Παναγόπουλος τονίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση απέναντι σε ανταγωνίστριες χώρες της ΕΕ στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες, καθώς δεν διαθέτει σύγχρονο εμπορευματικό σιδηρόδρομο, ενώ οι χρόνοι των οδικών μεταφορών είναι σημαντικά μεγαλύτεροι. Το γεγονός αυτό καθιστά τη διάθεση ευαίσθητων νωπών προϊόντων, όπως τα οπωροκηπευτικά, στις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης εξαιρετικά δύσκολη, ιδίως σε μεγάλη κλίμακα, εκτός και αν πρόκειται για προϊόντα ιδιαίτερα υψηλής προστιθέμενης αξίας ή μεταποιημένα και όχι νωπά προϊόντα.

Θέτει επίσης το ζήτημα της απουσίας ενός σαφούς πλαισίου προοδευτικής μετάβασης. Όπως επισημαίνει, οι παραγωγοί έχουν επενδύσει –με ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια– σε συγκεκριμένο μηχανολογικό εξοπλισμό, αρδευτικά συστήματα, ανάπτυξη τεχνογνωσίας και υποστηρίζονται από συγκεκριμένης δυναμικότητας και ικανότητας μεταποιητικές δομές, προσαρμοσμένες στο υφιστάμενο παραγωγικό μοντέλο. «Δεν μπορείς να τα πετάξεις όλα αυτά στα σκουπίδια», σημειώνει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι οποιαδήποτε αλλαγή καλλιεργητικής και επενδυτικής κατεύθυνσης στην παραγωγή και μεταποίηση απαιτεί λεπτομερή σχεδιασμό, χρόνο και μηχανισμούς στήριξης – και όχι σχέδια επί χάρτου.

«Είναι προφανές ότι επιβάλλεται να βελτιώσουμε την οικονομική αποδοτικότητα του νερού στη γεωργική παραγωγή, αλλά όχι απαραίτητα να απεμπολήσουμε κάθε τύπο καλλιέργειας που παραδοσιακά έχουμε αναπτύξει», υπογραμμίζει ο Παναγόπουλος, προσθέτοντας ότι σε κάθε περίπτωση απαιτείται η ολιστική θεώρηση διαχείρισης του συστήματος συνυπολογίζοντας τους τομείς νερού, εδάφους, τροφής, περιβάλλοντος και ενέργειας, υπό το καθεστώς της κλιματικής αλλαγής.

Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η Διεπαγγελματική Οργάνωση Βάμβακος (ΔΟΒ), επισημαίνοντας ότι η παραγωγή οπωροκηπευτικών και δενδρωδών καλλιεργειών δεν αποκλείεται εκ των προτέρων. Ωστόσο, τονίζεται, η αγορά –και όχι διοικητικές εισηγήσεις– καθορίζει διαχρονικά τις καλλιεργητικές επιλογές, υπολογίζοντας παραμέτρους όπως οι τιμές, ο τρόπος διάθεσης, οι υποδομές και ο εξοπλισμός. Υπό αυτό το πρίσμα, η ΔΟΒ χαρακτηρίζει προβληματική την πρόταση της αντικατάστασης του βαμβακιού, ιδίως όταν δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ως προς τα πραγματικά πλεονεκτήματα σε όρους χρήσης νερού.

Η τελευταία βιομηχανική καλλιέργεια

Η οικονομική παράμετρος καθίσταται ακόμα πιο σημαντική δεδομένου ότι το βαμβάκι αποτελεί τη μεγαλύτερη εξαγώγιμη καλλιέργεια της χώρας και τη μοναδική πλήρως οργανωμένη σε βιομηχανική βάση, με ολοκληρωμένη αλυσίδα αξίας, από τον σπόρο έως τη μεταποίηση και τις εξαγωγές. Όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Μπιλάλης, η Ελλάδα έχει ήδη απολέσει σημαντικές βιομηχανικές καλλιέργειες – τα ζαχαρότευτλα, τον καπνό και μεγάλο μέρος της βιομηχανικής ντομάτας. Το βαμβάκι αποτελεί πλέον τον τελευταίο ισχυρό, οργανωμένο πυλώνα με σταθερή διεθνή ζήτηση, έναν πόλο άντλησης σημαντικών κοινοτικών ενισχύσεων – για κάθε προγραμματική περίοδο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής δεσμεύονται κονδύλια που αγγίζουν το 1 δισ. ευρώ.

Από την πλευρά του ο Αντώνης Σιάρκος, αναπληρωτής πρόεδρος της ΔΟΒ και πρόεδρος της πανευρωπαϊκής πλατφόρμας EU Cotton Eucotton | European Cotton Alliance, τονίζει ότι ο κλάδος διαθέτει εγκεκριμένη Εθνική Στρατηγική Βάμβακος, η οποία προβλέπει βελτίωση ποιότητας, μείωση κόστους, ενίσχυση ιχνηλασιμότητας, στήριξη της εξωστρέφειας και διάχυση της τεχνογνωσίας. Η στρατηγική αυτή, προϊόν συνεργασίας παραγωγών, εκκοκκιστών, μεταποιητών και επιστημόνων, βρίσκεται ήδη σε διαδικασία υλοποίησης.

Η Ελλάδα, τονίζει, πρωτοστατεί στην Ευρώπη μέσω της EU Cotton, προβάλλοντας το ευρωπαϊκό –ουσιαστικά ελληνικό– βαμβάκι ως προϊόν υψηλής ποιότητας και χαμηλού περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Προειδοποιεί δε ότι ο μεγάλος περιβαλλοντικός κίνδυνος δεν προέρχεται από το βαμβάκι –ένα πλήρως βιοδιασπώμενο φυσικό προϊόν– αλλά από την εκρηκτική αύξηση των συνθετικών υφασμάτων και των πολυεστέρων που χρησιμοποιούνται κατά κόρον στη βιομηχανία της μόδας.

Έχει μέλλον το βαμβάκι στην Ελλάδα;

Έχει τελικά μέλλον η βαμβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική και αφοριστική. Υπό προϋποθέσεις και κυρίως ολοκληρωμένο σχέδιο, η τελευταία «εθνική» καλλιέργεια θα μπορούσε να βρει εκ νέου τον βηματισμό της, υπερβαίνοντας τους περιβαλλοντικούς σκοπέλους. Άλλωστε όπως όλες οι καλλιέργειες, το βαμβάκι δεν είναι στατικό, αλλά συνιστά μια δυναμική δραστηριότητα που μεταβάλλεται στον χρόνο και στον χώρο.

«Οι καλλιέργειες είναι μετανάστες», επισημαίνει ο Δημήτρης Μπιλάλης: μετακινούνται προς περιοχές όπου το κλίμα, το έδαφος και κυρίως η διαθεσιμότητα νερού μπορούν να στηρίξουν μια βιώσιμη παραγωγή. Σήμερα, η κλιματική αλλαγή ωθεί το βαμβάκι βορειότερα: στην Ημαθία, στις Σέρρες, ακόμα και στη Βουλγαρία, όπου οι καύσωνες είναι ηπιότεροι και οι αρδευτικές ανάγκες μικρότερες. Αντίθετα, στη Θεσσαλία η ξηρασία, οι καύσωνες και οι πιέσεις στους υδατικούς πόρους αυξάνουν το κόστος παραγωγής και καθιστούν την καλλιέργεια ολοένα και λιγότερο αποδοτική.

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι μια καλλιέργεια με ιστορία σχεδόν ενάμιση αιώνα, με βαθιά ριζωμένη τεχνογνωσία και σημαντική προστιθέμενη αξία για την εγχώρια οικονομία είναι εύκολο να ξεριζωθεί από τις παραδοσιακές της κοιτίδες – τουλάχιστον όχι χωρίς να επιχειρηθεί μια σοβαρή προσπάθεια προσαρμογής στα νέα κλιματικά και εμπορικά δεδομένα. Όπως τονίζει ο Μπιλάλης, το κρίσιμο ζητούμενο είναι η αλλαγή φιλοσοφίας στην παραγωγή, ώστε ο αγρότης να απομακρυνθεί από τη λογική των υψηλών αποδόσεων ανά στρέμμα και να εστιάσει στη συνολική πρόσοδο. «Το κέρδος δεν κρίνεται στα κιλά», σημειώνει, αλλά στη σχέση κόστους παραγωγής και τιμής πώλησης, καθώς χαμηλότερες αποδόσεις μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσουν σε καλύτερο καθαρό οικονομικό αποτέλεσμα.

Μία στροφή προς ένα ποιοτικότερο, λιγότερο υδροβόρο βαμβάκι, σε συνδυασμό με σύγχρονα συστήματα καλλιέργειας και κατάλληλες υποδομές άρδευσης, θα μπορούσε να αποτελέσει ολοκληρωμένη λύση. Εάν όμως απαιτηθεί η απόσυρση του προϊόντος από περιοχές που αντιμετωπίζουν έντονο υδατικό έλλειμμα, όπως τμήματα της Θεσσαλίας, αυτό δεν πρέπει να γίνει αποσπασματικά ή βίαια. Αντίθετα απαιτείται ολόπλευρος και καλά οργανωμένος χωρικός σχεδιασμός, σημειώνει ο διευθυντής του Εργαστηρίου Γεωργίας του ΓΠΑ, υπογραμμίζοντας ότι το βαμβάκι έχει βαθιά κοινωνική και ιστορική παρουσία, αλλά και μέλλον, αν το χειριστούμε σωστά.

Γιώργος Βασιλείου
Γεννήθηκε το 1990. Απόφοιτος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κάτοχος μεταπτυχιακού και υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του ίδιου ιδρύματος. Εργάζεται στον ηλεκτρονικό Τύπο από το 2015, αρχικά στο alfavita.gr και μετέπειτα στο reader.gr.
Profile picture for user gmourmouris

Γιώργος Μουρμούρης
Γεννήθηκε το 1993 στην Κέρκυρα. Απόφοιτος των τμημάτων ΜΜΕ και Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από το 2013 εργάστηκε στις ηλεκτρονικές εκδόσεις των εφημερίδων «Το Ποντίκι», «Documento», στο alfavita.gr και στον Οικονομικό Ταχυδρόμο (ot.gr).

ΠΗΓΗ: kosmoslarissa.gr

Tags: ΒΑΜΒΑΚΙΘΕΣΣΑΛΙΑκλιματική κρίση
ShareTweetShare
Goodys

Related Posts

Καπνοί έβγαιναν από ακινητοποιημένο όχημα στις σήραγγες των Τεμπών – Συναγερμός στις Αρχές και μποτιλιάρισμα στο σημείο (ΒΙΝΤΕΟ)
Θεσσαλία

Καπνοί έβγαιναν από ακινητοποιημένο όχημα στις σήραγγες των Τεμπών – Συναγερμός στις Αρχές και μποτιλιάρισμα στο σημείο (ΒΙΝΤΕΟ)

Ιούν 1, 2026
Κι άλλος βοσκός με “βραχιολάκια” λόγω… ευλογιάς
Θεσσαλία

Κι άλλος βοσκός με “βραχιολάκια” λόγω… ευλογιάς

Μαΐ 31, 2026
Υπεύθυνη καταστήματος σέρβιρε αλκοόλ σε ανήλικη | 2 συλλήψεις για εκκωφαντική μουσική – Κατασχέθηκαν 3 ηχεία
Θεσσαλία

Υπεύθυνη καταστήματος σέρβιρε αλκοόλ σε ανήλικη | 2 συλλήψεις για εκκωφαντική μουσική – Κατασχέθηκαν 3 ηχεία

Μαΐ 31, 2026
Νέο τροχαίο με μεθυσμένο οδηγό – 49χρονος πήρε σβάρνα κιγκλιδώματα και βγήκε στο αντίθετο ρεύμα
Θεσσαλία

Νέο τροχαίο με μεθυσμένο οδηγό – 49χρονος πήρε σβάρνα κιγκλιδώματα και βγήκε στο αντίθετο ρεύμα

Μαΐ 31, 2026
«Τουρισμός για όλους» 2026: Πότε ανοίγουν οι αιτήσεις – Ποιοι θα λάβουν έως και 600 ευρώ
Featured

«Τουρισμός για όλους» 2026: Πότε ανοίγουν οι αιτήσεις – Ποιοι θα λάβουν έως και 600 ευρώ

Μαΐ 31, 2026
Κυκλοφορούσε και… οπλοφορούσε με δύο μαχαίρια κι έναν σουγιά!
Θεσσαλία

Κυκλοφορούσε και… οπλοφορούσε με δύο μαχαίρια κι έναν σουγιά!

Μαΐ 31, 2026
Next Post
Θεσσαλός έτρεφε γαλοπούλες, αλλά βρήκε μόνο τα …κεφάλια τους!!!

Θεσσαλός έτρεφε γαλοπούλες, αλλά βρήκε μόνο τα …κεφάλια τους!!!

Οι αγρότες σχεδιάζουν να μπλοκάρουν την σήραγγα Τεμπών προς Θεσσαλονίκη – Συνέλευση σήμερα

Οι αγρότες σχεδιάζουν να μπλοκάρουν την σήραγγα Τεμπών προς Θεσσαλονίκη – Συνέλευση σήμερα

Ιωάννινα: Απαγόρευση κυκλοφορίας στο ιστορικό κέντρο Παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς

Ιωάννινα: Απαγόρευση κυκλοφορίας στο ιστορικό κέντρο Παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς

Αφήστε μια απάντηση Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Facebook Twitter Instagram

Facebook

Facebook

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ

ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΤΙΤΛΟΣ: trikalaview.gr
ΤΙΤΛΟΣ: trikalaview.gr
ΕΔΡΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ: ΣΩΤΗΡΑ ΤΡΙΚΑΛΩΝ, ΤΚ 42100,  ΣΩΤΗΡΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
ΝΟΜΙΚΗ ΜΟΡΦΗ: ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ
Α.Φ.Μ: 100286824
Δ.Ο.Υ.: ΤΡΙΚΑΛΩΝ
ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΣΩΤΗΡΑ,  ΤΚ 42100, ΣΩΤΗΡΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ
ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: 6945436929
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: [email protected] (ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΟ)
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ: [email protected] (ΣΥΝΤΑΞΗ)
ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
ΝΟΜΙΚΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ: ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ε. ΤΣΑΓΓΑΡΑΣ
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ
ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ DOMAIN NAME: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ (trikalaview.gr)

Μελος του eMedia Αριθμός Μητρώου: 13797

Δήλωση Συμμόρφωσης με τη Σύσταση (ΕΕ) 2018/334 για την Αντιμετώπιση Παράνομου Περιεχομένου
  • ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ COOKIES
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΗΤΟ
  • ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ
  • ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Αριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.242752

 

 

© 2020 Trikalaview Crafted with ♡ i-sd

No Result
View All Result
  • Αρχική
  • Τοπικά
  • Θεσσαλία
  • Εκλογές
  • Ελλάδα
  • Πολιτισμός
  • Κηδείες
  • Επιχειρείν
  • Συνεντεύξεις
  • Απόψεις
  • Εκλογές
  • Αφιερώματα
  • Μαγειρική
  • Οικογένεια
  • Αθλητικά
  • Τεχνολογία
  • Υγεία
  • Ομορφιά
  • TravelView
  • Βιβλιοπροτάσεις
  • Παράξενες ειδήσεις
  • Διατροφή
  • Μύλος των ξωτικών
  • ό,τι να ναι
  • Επικοινωνία

© 2020 Trikalaview Crafted with ♡ i-sd