Σοβαρό πρόβλημα επάρκειας αίματος αντιμετωπίζει για ακόμη μία φορά η χώρα, με άμεσες και επικίνδυνες συνέπειες για τη ζωή εκατοντάδων ασθενών που εξαρτώνται από τακτικές μεταγγίσεις. Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας, κάνοντας λόγο για δραματική κατάσταση και απουσία ουσιαστικού εθνικού σχεδιασμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, τα αποθέματα αίματος είναι αυτή τη στιγμή ανεπαρκή, με αποτέλεσμα να καταγράφονται συστηματικές αναβολές μεταγγίσεων ή χορήγηση μειωμένων ποσοτήτων αίματος σε ασθενείς με Θαλασσαιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο.
Δεκάδες ασθενείς σε αναμονή χωρίς χρονοδιάγραμμα
Η εικόνα που περιγράφεται από την Ομοσπονδία είναι αποκαλυπτική:
-
Λαϊκό Νοσοκομείο: 40 ασθενείς με Μεσογειακή Αναιμία και Δρεπανοκυτταρική Νόσο βρίσκονται σε καθεστώς αναβολής μεταγγίσεων, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα εξεύρεσης αίματος.
-
Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου: 55 ασθενείς αντιμετωπίζουν αντίστοιχες καθυστερήσεις στις απαραίτητες μεταγγίσεις τους.
Πρόκειται για ασθενείς των οποίων η θεραπεία δεν μπορεί να «παγώσει» χωρίς σοβαρό κόστος για την υγεία τους, καθώς οι τακτικές μεταγγίσεις αποτελούν ζήτημα επιβίωσης.
«Δεν είναι συγκυριακό το πρόβλημα – είναι διαχρονικό»
Σε επιστολή της προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείο Υγείας, η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας επισημαίνει ότι οι ελλείψεις αίματος δεν αποτελούν έκτακτο ή απρόβλεπτο φαινόμενο, αλλά επαναλαμβανόμενο πρόβλημα που συνδέεται με την απουσία ολοκληρωμένου εθνικού σχεδιασμού για την αιμοδοσία.
Όπως τονίζεται, εποχικοί παράγοντες – όπως ιώσεις, καιρικές συνθήκες, άδειες αιμοδοτών και προσωπικού – επιβαρύνουν την κατάσταση, χωρίς όμως να δικαιολογούν τη συστηματική ανεπάρκεια. Παράλληλα, η Κεντρική Διαχείριση Αίματος, που ξεκίνησε πιλοτικά τον Μάιο του 2024, παραμένει περιορισμένη γεωγραφικά στην Αττική, την ώρα που οι ανάγκες είναι πανελλαδικές.
Μεταμοσχεύσεις, αυξημένες ανάγκες και χωρίς αντίστοιχο σχεδιασμό
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην πρόσφατη επιτυχημένη καμπάνια του Υπουργείου Υγείας για τις μεταμοσχεύσεις, η οποία οδήγησε – αναμενόμενα – σε αύξηση της ζήτησης αίματος. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ομοσπονδία, η αυξημένη αυτή ανάγκη δεν συνοδεύτηκε από εθνική στρατηγική προσέλκυσης και διατήρησης εθελοντών αιμοδοτών, με αποτέλεσμα το σύστημα να «λυγίζει».
Η προσωρινή διαχείριση των ελλείψεων, με εξορμήσεις της τελευταίας στιγμής ή με στέρηση της τακτικής θεραπείας των πολυμεταγγιζόμενων ασθενών για την κάλυψη επειγόντων περιστατικών, χαρακτηρίζεται επικίνδυνη και ιατρικά επιβαρυντική.
Σοβαρές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στην υγεία
Η αναβολή ή η υποθεραπεία των Θαλασσαιμικών ασθενών, όπως επισημαίνεται, μπορεί να οδηγήσει σε καρδιολογικές και ισχαιμικές επιπλοκές, αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων και συνολική επιδείνωση της υγείας τους, ενώ μακροπρόθεσμα επιβαρύνει και το ίδιο το σύστημα υγείας με περισσότερες νοσηλείες και αυξημένες ανάγκες περίθαλψης.
Τα αιτήματα προς την Πολιτεία
Η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας ζητά ξεκάθαρα:
-
Εφαρμογή Κεντρικού Σχεδιασμού για την προσέλκυση και διατήρηση εθελοντών αιμοδοτών
-
Καθολική εφαρμογή της Κεντρικής Διαχείρισης Αίματος σε όλη τη χώρα
-
Ανάπτυξη ολοκληρωμένου Εθνικού Συστήματος Αιμοδοσίας, ώστε να διασφαλίζεται σταθερή επάρκεια αίματος όλο τον χρόνο
Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, «η επάρκεια αίματος δεν είναι θέμα τύχης ή συγκυριακής κινητοποίησης των πολιτών, αλλά αποτέλεσμα σχεδιασμού και πρόληψης».
Έκκληση προς τους πολίτες
Την ίδια στιγμή, απευθύνεται ανοιχτή έκκληση προς όλους τους πολίτες που μπορούν να αιμοδοτήσουν να το πράξουν άμεσα. Κάθε φιάλη αίματος μπορεί να σώσει έως και τρεις ζωές, καλύπτοντας ανάγκες όχι μόνο Θαλασσαιμικών ασθενών, αλλά και τραυματιών, χειρουργικών περιστατικών και μεταμοσχευμένων ασθενών.


































