Σε σημαντική αναπροσαρμογή του τζίρου καφετέριας για το φορολογικό έτος 2019 προχώρησε η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, χρησιμοποιώντας έμμεσες τεχνικές ελέγχου και βασιζόμενη στις ποσότητες πρώτων υλών που είχε προμηθευτεί η επιχείρηση.
Σύμφωνα με την απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), ο πραγματικός κύκλος εργασιών της επιχείρησης προσδιορίστηκε στα 748.073,27 ευρώ, έναντι 544.658,55 ευρώ που είχαν δηλωθεί στα βιβλία της. Η διαφορά ανήλθε σε 203.414,72 ευρώ, με αποτέλεσμα να επιβληθούν πρόσθετος ΦΠΑ και πρόστιμο συνολικού ύψους 73.229,30 ευρώ.
Η προσφυγή του επιχειρηματία κατά των αποτελεσμάτων του φορολογικού ελέγχου απορρίφθηκε από τη ΔΕΔ, η οποία επικύρωσε τον καταλογισμό της ΑΑΔΕ.
Ο έλεγχος βασίστηκε στις ποσότητες προϊόντων
Η υπόθεση αφορούσε ατομική επιχείρηση με δραστηριότητα στον χώρο της εστίασης και συγκεκριμένα υπηρεσίες καφετέριας.
Με βάση τα στοιχεία που είχαν δηλωθεί για το 2019, η επιχείρηση εμφάνιζε ακαθάριστα έσοδα 544.658,55 ευρώ, κόστος πωληθέντων 457.339,81 ευρώ και λειτουργικά έξοδα 341.252,66 ευρώ, παρουσιάζοντας τελικά ζημιές ύψους 219.088,55 ευρώ.
Μετά τον επανυπολογισμό του τζίρου από την ΑΑΔΕ, οι φορολογικές ζημιές περιορίστηκαν στις 15.673,83 ευρώ, καθώς δεν αναγνωρίστηκε το ποσό των 203.414,72 ευρώ που προέκυψε από τη διαφορά μεταξύ δηλωμένων και πραγματικών εσόδων.
Η φορολογική αρχή κατέφυγε σε έμμεση μέθοδο προσδιορισμού εισοδήματος, καθώς είχε διαπιστώσει επαναλαμβανόμενες παραβάσεις μη έκδοσης αποδείξεων από την επιχείρηση.
Συγκεκριμένα, στον φάκελο της υπόθεσης καταγράφονται πέντε διαφορετικές περιπτώσεις μέσα στο 2019 όπου διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν εκδοθεί τα προβλεπόμενα φορολογικά στοιχεία. Οι παραβάσεις αυτές κρίθηκαν επαρκείς ώστε ο έλεγχος να μην περιοριστεί στα δεδομένα των βιβλίων.
Οι καφέδες αποκάλυψαν τον πραγματικό τζίρο
Η ΔΟΥ Τρικάλων χρησιμοποίησε τη μέθοδο της σχέσης μεταξύ τιμής πώλησης και συνολικού όγκου δραστηριότητας.
Οι ελεγκτές εξέτασαν τις ποσότητες καφέ, ροφημάτων και άλλων προϊόντων που είχε αγοράσει η επιχείρηση, υπολόγισαν την πιθανή παραγωγή και πώλησή τους και στη συνέχεια εφάρμοσαν τις τιμές του καταλόγου.
Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τα λογιστικά αρχεία της επιχείρησης, τις πληροφορίες που παρείχε ο επιχειρηματίας, αλλά και τα δεδομένα της βασικής προμηθεύτριας εταιρείας.
Το μεγαλύτερο μέρος του πρόσθετου τζίρου προέκυψε από τις αγορές καφέ espresso.
Η επιχείρηση είχε προμηθευτεί συνολικά 10.125.000 γραμμάρια κανονικού espresso. Ο έλεγχος αφαίρεσε ποσοστό φύρας 7%, με αποτέλεσμα να υπολογιστούν 9.416.250 γραμμάρια διαθέσιμης ποσότητας.
Με βάση μέση δοσολογία 20 γραμμαρίων ανά καφέ, προέκυψε ότι μπορούσαν να παραχθούν 470.813 καφέδες. Με μέση καθαρή τιμή πώλησης 1,45 ευρώ ανά προϊόν, ο τζίρος από τη συγκεκριμένη κατηγορία υπολογίστηκε σε 682.678,13 ευρώ.
Αντίστοιχοι υπολογισμοί έγιναν για προϊόντα όπως espresso χωρίς καφεΐνη, σοκολάτες, στιγμιαίους καφέδες, τσάι, χυμούς, αναψυκτικά, κρουασάν, κρέμες και ρυζόγαλα.
Συνολικά, από όλες τις κατηγορίες προϊόντων προέκυψαν ακαθάριστα έσοδα 748.073,27 ευρώ.
Δεν έγιναν δεκτές οι ενστάσεις του επιχειρηματία
Ο ιδιοκτήτης της καφετέριας αμφισβήτησε τον τρόπο υπολογισμού, υποστηρίζοντας ότι η δοσολογία των 20 γραμμαρίων ανά καφέ δεν ανταποκρινόταν πάντα στην πραγματικότητα, καθώς η ποσότητα μπορούσε να μεταβάλλεται ανάλογα με τις προτιμήσεις των πελατών.
Η ΔΕΔ, ωστόσο, έκρινε ότι η συγκεκριμένη αναλογία αποτελούσε εύλογη μέση τιμή. Παράλληλα, σημείωσε ότι η ίδια μέθοδος είχε χρησιμοποιηθεί και σε προηγούμενο έλεγχο για τα φορολογικά έτη 2017 και 2018 χωρίς να υπάρξει αντίστοιχη αμφισβήτηση.
Ο επιχειρηματίας ζήτησε επίσης να αφαιρεθούν από τον υπολογισμό περίπου 15.438 καφέδες που, όπως υποστήριξε, καταναλώνονταν δωρεάν από το προσωπικό, καθώς και άλλοι 5.988 καφέδες που φέρεται να χρησιμοποιούνταν για τον καθαρισμό των μηχανών.
Η ΔΕΔ απέρριψε και τους δύο ισχυρισμούς, κρίνοντας ότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν τις συγκεκριμένες ποσότητες. Επιπλέον, επισήμανε ότι ο έλεγχος είχε ήδη υπολογίσει προβλεπόμενη φύρα 7%.
Για τη δωρεάν διάθεση προϊόντων στο προσωπικό, η απόφαση υπογραμμίζει ότι θα έπρεπε να υπάρχει η προβλεπόμενη φορολογική τεκμηρίωση και να έχει αποδοθεί ο αντίστοιχος ΦΠΑ.
Με την απόρριψη της προσφυγής, παρέμεινε σε ισχύ ο καταλογισμός ΦΠΑ ύψους 48.819,53 ευρώ, καθώς και πρόστιμο 24.409,77 ευρώ.
Το συνολικό ποσό που καλείται να καταβάλει η επιχείρηση ανέρχεται σε 73.229,30 ευρώ, ενώ στο τελικό ποσό θα προστεθούν και οι τόκοι που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία μέχρι την εξόφληση.





























