Το ισπανικό επώνυμο που ήταν σύμβολο ντροπής και σήμερα φέρουν χιλιάδες με περηφάνια

Για αιώνες χαρακτήριζε τα εγκαταλελειμμένα παιδιά στην Ισπανία και αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Σήμερα, το επώνυμο Expósito φέρουν περισσότεροι από 70.000 άνθρωποι με περηφάνια.

Για αιώνες, ένα και μόνο επώνυμο αρκούσε στην Ισπανία για να αποκαλύψει μια προσωπική τραγωδία. Το οικογενειακό όνομα «Expósito» αποτελούσε δημόσια ένδειξη ότι κάποιος είχε εγκαταλειφθεί ως βρέφος και μεγάλωσε χωρίς γονείς.

Η προέλευση του επωνύμου εντοπίζεται στη λατινική λέξη expositus, που σημαίνει «εγκαταλελειμμένος» ή «αυτός που αφέθηκε έξω». Το όνομα αποδιδόταν σε νεογέννητα που εντοπίζονταν έξω από εκκλησίες, μοναστήρια, νοσοκομεία ή ορφανοτροφεία, χωρίς στοιχεία για την ταυτότητα της οικογένειάς τους.

Τα επώνυμα που δίνονταν στα εγκαταλελειμμένα παιδιά

Όταν δεν υπήρχαν γονείς για να δηλώσουν όνομα, τα ιδρύματα αναλάμβαναν να καταγράψουν τα παιδιά με πρόχειρες ή συμβολικές ονομασίες. Έτσι εμφανίστηκαν επώνυμα όπως «Blanco», «Incógnito» ή «Diosdado», ενώ σε περιοχές της Καταλονίας χρησιμοποιούνταν ακόμη και θρησκευτικές εκφράσεις όπως «Deulofeu».

 Σε άλλες περιπτώσεις, τα παιδιά έπαιρναν το όνομα κάποιου ευεργέτη ή της περιοχής όπου βρέθηκαν. Στη Ναβάρα, για παράδειγμα, αρκετά ορφανά καταγράφονταν με το επώνυμο «Goñi».

Ωστόσο, κανένα από αυτά τα ονόματα δεν συνδέθηκε τόσο έντονα με την κοινωνική περιθωριοποίηση όσο το «Expósito».

Από κοινωνική καταδίκη σε στοιχείο ταυτότητας

Το κοινωνικό βάρος του επωνύμου ήταν τόσο έντονο ώστε οι Κανονισμοί του Ισπανικού Μητρώου του 1958 έδιναν τη δυνατότητα αλλαγής επωνύμων -που μαρτυρούσαν την άγνωστη καταγωγή- ανάμεσά τους και το «Expósito».

Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής της Ισπανίας, περισσότεροι από 34.000 πολίτες έχουν το «Expósito» ως πρώτο επώνυμο, ενώ πάνω από 37.000 το φέρουν ως δεύτερο. Υπάρχουν ακόμη εκατοντάδες άνθρωποι καταγεγραμμένοι ως «Expósito Expósito», καθώς και αρκετοί με την παραλλαγή «Espósito».

Η μεγαλύτερη παρουσία του επωνύμου εντοπίζεται κυρίως στην Ανδαλουσία, στο Μπανταχόθ και στο Λούγκο.